Saturday, May 4, 2013

Αλήθεια































Άπλωσε τα χέρια σου επάνω μου
σφίξε με – χάιδεψε με.
Σκύψε να ακούσεις
πως κυλάει
το αίμα στις φλέβες μου.
Να ακούσεις πως κυλάνε
τα υγρά μου μέσα μου.
Άκου – μπορείς να αναγνωρίσεις
το ουρλιαχτό σου στο στήθος μου.
Άκου
το στέρνο μου
πως βρίζει,
βλαστημεί,
καταριέται.

Εάν πιστέψεις σε έναν θεό
και σε προδώσει,
να ξέρεις -
κανένα υπέρτατο ον δεν πυροδότησε καμία προδοσία.
Ο δικός σου τρόμος
Ο δικό σου δισταγμός
απέναντι στην αιώρηση.
Η δικιά σου μάστιγα
Η δικιά σου αβεβαιότητα
απέναντι στο χάος  
είναι -
που επιθυμείς έναν θεό
να σε πιστέψει,
να σε εμπιστευτεί,
να σε σκεφτεί,
να σε φανταστεί.

Τα αστέρια τρεμοσβήνουνε
μέσα στο κορμί μου -
κυλάνε
τρέχουν
σαν  ιερά υγρά.
Είμαι φτιαγμένη από τα αστέρια
και εσύ αγάπη μου
με βλέπεις να τρελαίνομαι.
Θέλεις να με ανοίξεις.
Παίρνεις ένα ιερό σπαθί,
Με στοιβάζεις σε ένα βωμό,
Με ξαπλώνεις – δεμένη στο βράχο,
Με κοιτάζεις,
Θέλεις να μάθεις άμα είμαι στα αλήθεια
φτιαγμένη από τα αστέρια.

Άκου πως τρέχουνε τα αστέρια
μέσα στις φλέβες μου.
Άκου πως βραδυπορούνε τα αστέρια
μέσα μου.

Saturday, April 27, 2013

Πορφυρή Άμμος


















































Μια πορφυρή άμμος ερήμου
θα ρουφήξει την καρδιά κάθε κτήνους.
Μια πορφυρή άμμος ερήμου
θα καταπιεί την καρδιά κάθε κτήνους.
Μια ερυθρή άμμος ερήμου
Μια απέραντη άβυσσος πόνου
Μια ερυθρή άμμος ερήμου
κόκκινη – πορφυρή
στηρίζει τους φόβους των άσχημων αυτών γυμνών ανθρώπων.
Ισχνές επιθυμίες
Αιώνιοι φόβοι
Μια πορφυρή άμμος ερήμου
Μια πορφυρή άμμος ερήμου τρέμει
Λικνίζεται στην ανύπαρκτη όαση
Σκύβει στο απύθμενο κρίμα της
Χαμογελάει στα τρωκτικά που κρύβει μέσα της
Μι α πορφυρή άμμος ερήμου
τρίσβαθη λάγνα ξεσκίζει τους νομάδες της.

Ανέραστες νυμφομανείς
το πεινασμένο μουνί τους
ξεσκίζει τον κάθε άρρωστο, μικρό, ατροφικό πούτσο.
Πνευματώδη φρικιά
Τα όρια τους το μεθύσι τους
Το γυμνό σώμα τους στη μέση μιας ντισκοτέκ
Τα όρια τους  - ένα μακρύ ξέσπασμα.
Κάθε γλώσσα και μια επίτευξη μεγαλομανίας
Ο καθένας γλείφει τον ουρανίσκο του
Για να γλείψει την σεπτή εικόνα του
Μικρές, ξανθιές κοπέλες στηρίζονται
στις μύτες των ποδιών τους
ματώνουν τα νύχια τους, τα μάτια τους.
Δακρύζουν από έναν αδιευκρίνιστο πόνο

Μια πορφυρή άμμος ερήμου
τρίσβαθη λάγνα αναπαύει
το δικό μου
θηριώδες ορμέμφυτο .

Ένας άδειος χώρος
Με χίλια σώματα
Ένα άδειο σώμα
(Με χίλιες κρυφές επιθυμίες)
Σε χίλιους κόσμους
Γυναίκες ντυμένες άντρες
Και αγόρια με σκούρο μακιγιάζ
Μια βοή που απλώνεται
Ένας θόρυβος για να καλύψει τα ήρεμα βράδια σας
Ανέραστα όντα
Ένα ψεύτικο μπιτ που ξεγελάει τους ηλίθιους
Ο πόνος της γαλήνης
Πονάω
Ο φόβος του ακροβάτη
Φοβάμαι

Μια πορφυρή άμμος ερήμου
Και εγώ
Κάπου ανάμεσα
Μισόγυμνη
στο κέντρο μιας απέραντης
μιας ψυχρής,  αδιάφορης,
ουδέτερης γιορτής.

Monday, March 25, 2013

Μακάβριο Τέλος








Αυτή τη φορά όταν θα σβήσω
θα έχω κάποιον να υπομείνει τους λυγμούς των δικών μου -
θα έχω 2 φίλους να καθησυχάζουν τους λυγμούς,
να καθησυχάζουν τη μελαγχολική αναμονή.
Ίσως γυρίσω
Όλοι γύρω μου κλαίνε,
η μητέρα μου, η αδερφή μου ,
ο ηττημένος πατέρας μου,
ο εραστής μου, οι φίλοι μου, οι ερωμένες μου.
Έχω όμως 2 φίλους που καθησυχάζουν τους λυγμούς  
Σβήνω
Έχω όμως 2 φίλους που καθησυχάζουν τους λυγμούς τους
Έσβησα, πέθανα, ξεψύχησα, χάθηκα –
έπαυσα να υπάρχω.
Ήτανε όλοι τριγύρω μου
και τους έβλεπα σαν φαντάσματα.
Ήμουν στο κρεβάτι του μακάβριου τέλους
Όλοι ξέραν και εγώ ήξερα
ότι ήτανε οι τελευταίες μου ανάσες.
Ανάσες
Εισπνοή -  Εκπνοή
μου απέμειναν  μόνο λίγες.
Εισπνοή - Εκπνοή
μου έχουνε μείνει ελάχιστες.
Απλώνω τα άκρα μου
Απλώνω τα χέρια μου
Απλώνω τα πόδια μου
Τεντώνομαι
στο κρεβάτι του μακάβριου τέλους.
Όλοι  γύρω μου κλαίνε
Κλαίνε τα φαντάσματα
Κλείνω τα μάτια μου
οι ζωές μου, οι στιγμές μου
σχίζουν τη μνήμη μου
σχίζουν το κρανίο μου.
Τίποτα δεν είναι αιώνιο
Η ζωή μου ολοκληρώνεται, τελειώνει.
Χάνεται με την τελευταία μου ανάσα
Το δωμάτιο χάνεται
Αλλοιώνεται μέσα στο χρόνια
Λιώνουν οι πέτρες
Λιώνουν τα τζαμιά
Λιώνουν οι πόρτες, οι κλειδαριές
Λιώνουν οι πίνακες, λιώνουν τα βάζα,
λιώνουν τα λουλούδια πιο γρήγορα από ότι φανταζόμουνα.
Λιώνουν όλα τα δώρα που μου είχαν κάνει
Λιώνουν όλα τα δώρα που είχα μαζέψει
Με την πάροδο του χρόνου
λιώνει η εικόνα μου –
η αφήγηση μου.

Ένα δωμάτιο στοιχειωμένο
Πεθαίνω
Ένα δωμάτιο με φαντάσματα να κλαίνε
Πεθαίνω
Το παλιό μου γραφείο φθείρεται
και εγώ σαν παλιά ξεθωριασμένη εικόνα
να πίνω, να καπνίζω , να φωνάζω
φθείρομαι.
Ο παλιός μου καθρέφτης
το περασμένο μου είδωλο.
Κοιτώ το ρευστό ομοίωμα μου
να χορεύει  μπροστά στον καθρέφτη -
και είμαι εδώ έτοιμη να χαθώ.
Είμαι σε αυτό το κρεβάτι που έχω γεράσει
Είμαι σε αυτό το κρεβάτι που έχω κάνει έρωτα,
που έχω νοιώσει την αγάπη να διεισδύει μέσα μου,
που έχω ζητήσει από τον άντρα μου
να αδειάσει μέσα μου όλο του το σπέρμα.
Είμαι σε αυτό το κρεβάτι του μακάβριου τέλους
με απλωμένο τεντωμένο όλο μου το σώμα.
Όλο μου το σώμα
έτοιμο να πεθάνει –
να ηρεμήσω.
Το σώμα μου θα πεθάνει -
ο νους μου θα ηρεμήσει.
Το σώμα μου θα πεθάνει
πάνω σε αυτά τα ξεθωριασμένα σεντόνια.
Όλοι τριγύρω  μου κλαίνε.
Ο καθένας μόνος του.

Saturday, March 2, 2013

Διέγερση



φωτογραφίες : Max Sauco
Λευκές σελίδες
Λευκά χρόνια
Λευκές αναμνήσεις
Ανίκανη
Τα άκρα της κομμένα σε φέτες
Το κάθε ένα έχει διαλέξει ένα σημείο του ορίζοντα 
Τετραμελισμένη
Ανίκανη να επιλέξει
                να αποφασίσει
                να ξεχωρίσει
Ανίκανη να προκρίνει
Αποκοιμισμένη
Αποκοιμισμένη τρέχει
Αποκοιμισμένη τρώει
Αποκοιμισμένη αναπνέει
Μισοκοιμισμένη
Ανήμπορη να πραγματώσει το όνειρο του εραστή της
Ανίκανη να περπατήσει μόνη της
Λευκά χρόνια
Λευκές αναμνήσεις
Ανίκανη να πραγματώσει το δικό της όνειρο
Είχε κάποτε πολλά όνειρα
Γεμάτα ταξίδια, έρωτες, περιπέτειες
Έμεινε μόνη της -
μόνη μαζί με όλους τους άλλους τριγύρω της.
Στα επίσημα δείπνα
την ντύνει η αδερφή της,
ξεχωρίζει μια επίσημα βελούδινη καρέκλα
απλώνει το φόρεμα της
και απλώς κάθεται μέχρι να τελειώσει η νύχτα .
Όλοι οι άλλοι χορεύουν,
υψώνουν τα κρυστάλλινα ποτήρια τους
κάνουν από μια πρόποση
για να εορτάσουν την ευτυχία τους.
Πίνουν σαμπάνια,
γελάνε,
αυτή εκεί με επουλωμένες τις πέντε αισθήσεις της.
Σαν άγαλμα
Ένα άγαλμα με ένα πολύ όμορφο φόρεμα,
μακρύ,
γαλάζιο.
Στέκεται
Κοιτάζει τις συγχρονισμένες κινήσεις του όχλου.
Στοιβάζει τις απορίες της
και μένει άφωνη. 
Σαν μια σιωπηλή βασίλισσα
στο  θρόνο της,
δεν έχει πια τη δύναμη
να εξουσιάσει το βασίλειο της.
Το φόρεμα της λάμπει,
φουσκώνει στον ήχο της μοναξιάς της.
Μόνη της
στο επίσημο δείπνο.
Η αδερφή της χαρούμενη,
χαρμόσυνη, κεφάτη -  
είναι η αδερφή της.

Δεν αντέχει άλλο
Σκίζει το φόρεμα της
Με τα χέρια της
Με τα άσχημα νύχια της
Σκίζει το γαλάζιο επίσημο φόρεμα της
Οι οικοδεσπότες
την βλέπουνε γυμνή,
την αντιλαμβάνονται, την επιβλέπουν.

Όλο της το σώμα σημαδεμένο,
ματωμένο, γδαρμένο, γρατζουνισμένο.
Ουρλιάζει
Ξεμπλέκει τα μαλλιά της
Σηκώνεται πάνω στην καρέκλα
Γυμνή
Σημαδεμένη
Τα μάτια της τεντωμένα,
κοκκινισμένα.
 Δακρύζει και φωνάζει:
«Δεν αντέχω άλλο».
Ανεβαίνει επάνω στο μεγάλο επίσημο τραπέζι
Σπάει όλα τα ποτήρια, τα πιάτα
και πατάει παντού όλα τα υπόλοιπα,
φαγητά, σερβίτσια, χαρτοπετσέτες, τσιγάρα, αναπτήρες, μαχαιροπίρουνα.
Αδειάζει το τραπέζι
και χορεύει ένα βαλς
μόνη της
με το φάντασμα του παλιού εαυτού της.
Τον αποχαιρετάει,
αποχαιρετάει τον παλιό της εαυτό.
Τον χαϊδεύει, τον σφίγγει στην αγκαλιά της
Είναι η ίδια,
μόνο που είναι ντυμένη και δεν δακρύζει.
«Σε αγαπάω» της ψιθυρίζει
Θέλει να της κάνει έρωτα
Την γδύνει
Ένα πολύ όμορφο λευκό δέρμα,
κομψό λευκό δέρμα,
δικό της
είναι δικό της
της ανήκει
και θέλει να το αποχωριστεί.
Οι μελανιές της κερδίζουν
Την ξαπλώνει στο τραπέζι
και την γλύφει παντού.
Η αδερφή της σβήνει όλα τα φώτα,
παλεύει μέσα στο σκοτάδι.
Μέσα στη νύχτα,
κάνει έρωτα στον εαυτό της.
Ο οργασμός του λευκού κορμιού της
θα σημάνει το τέλος της.  
Ορθώνει το ανάστημα της
Παίρνει αγκαλιά το κορμί της
σιγά-σιγά τρώει όλο της το σώμα.
Η λευκή οπτασία
νηφάλια
απολαμβάνει τη φθορά της.
Η μανιασμένη γυναίκα ξύπνησε,
δυνατή,
εκφραστικότατη,
όχι πια σιωπηλή.
Έφαγε την καρδιά της,
το μυαλό της,
τα γεννητικά της όργανα.
Τώρα ξέρει ποια είναι
Είναι η αυτοκράτειρα του βασίλειου της,
του εαυτού της.
Δεν τρομάζει, δεν ελπίζει σε τίποτα.
Γνωρίζει τον εαυτό της
Γνωρίζει την αδερφή της
Γνωρίζει τον κόσμο
Στέκεται όρθια,
άγρια, μανιασμένη.
Η αφρισμένη επιθυμία της
να φάει τον εαυτό της
την άφησε μόνη της μέσα στην επίσημη αίθουσα.
Ακόμα και η αδερφή της
έφυγε.
 Η άδεια αίθουσα
είναι όλη δική της.
Άδεια
Κατεβαίνει  από το βωμό της
Φοράει το σκισμένο φόρεμα της
Ξεπλένει τα αίματα
με δροσερό λευκό κρασί.
Χτενίζεται με τα δύσμορφα δάχτυλα της
Αποχαιρετάει την άδεια αίθουσα
Είναι πιο δυνατή,
πιο δυνατή
και σίγουρα
πιο όμορφη.