17.11.17

H NYXTA! [Yard Gal] της Rebecca Prichard - ΑΘΗΝΑ 8 ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ- Κάθε Σάββατο από 25/11/2017 έως 13/1/2018

































Μετά την μεγάλη επιτυχία της παράστασης ΨΥΧΩΣΗ (4.48 Psychosis) της Sarah Kane το Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών συνεχίζει για δεύτερη χρονιά με το βραβευμένο βρετανικό έργο ΝΥΧΤΑ! (Yard Gal) της Rebecca Prichard στο Θέατρο Άλφα.Ιδέα. Η Rebecca Prichard αποτελώντας μια λαμπρή συνεχίστρια του έργου της Sarah Kane και του θεατρικού ρεύματος In-yer-Face-Theater μας καλεί στο κέντρο μιας μητρόπολης του άμεσου μέλλοντος, μας προκαλεί να περιπλανηθούμε μαζί της σε ένα υπαρξιακό ταξίδι έως την άκρη της Νύχτας!

NYXTA!

YARD GAL της Rebecca Prichard

Σκηνοθεσία: ΤΑΣΟΣ ΣΑΓΡΗΣ
Παίζoυν: ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ | ΛΙΛΗ ΤΣΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ
Μουσική: Radiohead, Prodigy, Anne Clark, Total Eclipse, X Dream,
Atmos, Sandman, Lou Reed, Μikael Delta, Yann Tiersen, Αrcade Fire
Video Art: Άλκηστις Καφετζή, Void Optical Art Laboratory
Σκηνικά: Κenny Mac Lellan
Φωτισμοί: Γιώργος Παπανδρικόπουλος
Μετάφραση: Anna Holloway
Διάρκεια: 90′

 8 ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ στην ΑΘΗΝΑ
Κάθε Σάββατο από 25/11/2017 έως 13/1/2018
Ώρα έναρξης 23.00

Γενική είσοδος: 12 e
Μειωμένο: 10 e (ισχύει για φοιτητές και ανέργους)
Προπώληση (στο ταμείο του θεάτρου πριν την ημέρα της παράστασης): 8 e
Τιμή προπώλησης από Viva.gr: 8 e

Κρατήσεις θέσεων: 2105238742


Θέατρο ΑΛΦΑ. ΙΔΕΑ
28ης Οκτωβρίου (Πατησίων) 37 & Στουρνάρα 51
Πολυτεχνείο
Αθήνα 104 32

 Παραγωγή: 
+the INSTITUTE [for Experimental Arts] // + INΣΤΙΤΟΥΤΟ Πειραματικών Τεχνών http://theinstitute.info
με την υποστήριξη της συλλογικότητας ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ http://voidnetwork.gr





















AΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ:

Το σκοτάδι απλώνεται πάνω από την Ευρώπη! Μια παρέα κοριτσιών ξεκινούν μέσα στην Νύχτα του κόσμου την πιο μεγάλη περιπέτεια, αναζητούν μια έξοδο κινδύνου, έναν τρόπο διαφυγής. Ανακαλύπτουν τελικά το πιο τρομακτικό μέρος που μπορεί να ταξιδέψει ο άνθρωπος: το σκοτάδι που κρύβει ο καθένας μέσα του. Ζούμε παγιδευμένοι ανάμεσα στις επιθυμίες και τις αυταπάτες, τα εικονικά πρότυπα του εμπορεύματος & την πηγαία ενστικτώδη ανάγκη για εξέγερση και δραπέτευση. Αδίστακτοι επιχειρηματίες, εγκληματίες, φασίστες και παράσιτα, διεφθαρμένες κρατικές αρχές, μοναξιά & απαθή βλέμματα και φρενιασμένες σκιές, μια φυλακισμένη κοπέλα σκέφτεται τις παλιές της φίλες κλεισμένη στην απομόνωση. Σίδερο, τσιμέντο, γυάλινες οθόνες και άνθρωποι ξεχασμένοι σε δερμάτινους καναπέδες, η Μητρόπολη είναι ένα τέρας που κατασπαράζει την ανθρωπότητα για να παράγει ένα φανταχτερό τίποτα. Οργισμένες νύχτες καταστροφών, κλοπές και εμπρησμοί, προαύλια νοσοκομείων και κρατητήρια, σειρήνες περιπολικών και αιχμηρά αντικείμενα, γυάλινες χάντρες και χάπια ecstasy και χαρτοπόλεμος από κάλπικα χαρτονομίσματα. Κακοστριμμένα τσιγάρα χασίς, electro techno, σεξ της μιας βραδιάς, κορίτσια και αγόρια που αρμενίζουν στον νυχτερινό ουρανό. Η Νύχτα είναι μια απαγορευμένη χώρα όπου κρύβεται μια αόρατη γενιά ισορροπώντας διαρκώς στα αδιέξοδα και τις απελπισμένες απόπειρες αμφισβήτησης, τις παράνομες απολαύσεις και την απόγνωση.
Η ΝΥΧΤΑ!, ο τόπος που κατοικούν όλοι οι εφιάλτες και τα πιο κρυφά όνειρα μας.



περισσότερες φωτογραφίες / κριτικές: http://theinstitute.info/?p=2441










Ηρωίνη - Σίσσυ Δουτσίου



























Ο κόσμος μέσα στο στόμα ενός σκύλου
                                    εθισμένου στην ηρωίνη
νικάει τη γυναίκα που βρίσκεται σε οίστρο.
Τα μάτια της μωβ - από τα πιο φτηνά καλλυντικά
                                    της πόλης.
Τυφλές θεές εξήγησαν το θαύμα της ύπαρξης
στην παγωμένη σάρκα του έρωτα.

απλή παρατήρηση - οι σοκολάτες λιώνουν μέσα στα στόματα
                                     εφήβων

Τα ευγενικά στήθη των αγοριών ψιθυρίζουν
ένα ασυνήθιστο παιχνίδι
ο λαιμός τους μόχθησε όλον τον κόσμο
μαζί τους οι δεκαεξάχρονες που κάποτε 'θελαν να ταξιδέψουν
                                     στην Ινδία.
Σε κάθε γειτονιά ένα κρεοπωλείο ανάμεσα από
                                    τα σπίτια
πιο δίπλα το δικό της σπίτι.
Στην ταράτσα της απλωμένη μια ροζ φλοκάτη.
Όλοι οι βασιλικοί τάφοι δέχονται άγριες επιθέσεις
από τρανσέξουαλ.
Οι πορτοκαλιές δεν φθόνησαν τη δόξα του πλούτου
η άσχημη γειτόνισσα λάτρεψε μόνο μια στιγμή
εκείνη που γδύθηκε όλο της το σώμα μπροστά στον γιό της
                                        και τους φίλους του
δέκα μήνες μετά ένας ήλιος καρφωμένος σε ένα ροζ τοίχο
και ένα μπακάλικο - είδη τροφίμων και φρούτα από τον κήπο
λίγο πιο πέρα μυθικά τέρατα και
ένας μαύρος σκύλος που φοβούνται όλοι
τρέφει την καρδιά του με τα σκουπίδια του δρόμου
και κρατάει μέσα του τη σοφία όλου του κόσμου τούτου.

απλή παρατήρηση - η μητέρα περιμένει την κόρη της δίπλα στο τζάκι

Ο ουρανός στις παλάμες της
έμεινε μόνη της με το τελευταίο φωτεινό άστρο να ακουμπάει τις μελανιές της
ο κόσμος όλος παραδόθηκε στη μοίρα της Γης
ενός άγνωστου πλανήτη
ο αιώνας μας δεν ήτανε καθόλου γενναιόδωρος
μόνο ο μαύρος σκύλος το κατάλαβε
και η ηρωίνη
ο έρωτας έπειτα.

απλή παρατήρηση - οχτώ κηδειόχαρτα στη γωνία του δρόμου
γέροι στέκονται και κοιτάνε
κάποιος φίλος πέθανε

Η ροδιά στριμωγμένη ανάμεσα
στη λήθη και το δειλό πνεύμα του ανθρώπου.
Οδός θλίψη αριθμός μηδέν
το τίποτα
ονομάζεται τέρας - μια σπάνια ώρα
που ξεκουράζεται ο πόνος
ποιός θα μου φέρει λίγο ακόμα ζάχαρη άχνη;

Δεν θέλω να γεννήσω παιδιά
η γέννα και ο θάνατος
δυο φορές θάνατος

η φίλη της δεν ήτανε άξια εμπιστοσύνης
θρηνώ τις πέτρες και τα ερείπια του παλιού κόσμου
η λάμψη του μαντείου έκλαψε δυνατά στον άδειο τόπο
τώρα
το σπίτι μυρίζει άργιλο
σπουδαίοι συγγραφείς και άσημοι ποιητές
το σκληρό πρόσωπο και η φωνή του αλουμινόχαρτου
εκεί που τσουλάει η ηρωίνη
άλλη μια νύχτα
τα βήματα σέρνονται γλυκά
οι εραστές ασήμαντοι έσπασαν την ευτυχία της ακτής
ο θάνατος ζωντανός και ο μαύρος σκύλος λάτρεψε τα μάτια αυτής της λαχτάρας
που σε κάνει να θέλεις να βοηθήσεις  τα παιδιά να πιούνε όλο τους το γάλα.

Ελεύθερη από τα άγρια ήθη της εποχής
παράλογη σε ηλικία είκοσι χρονών
η κόρη δεν μπορεί πια να βοηθήσει
το σθένος της έρημο
έσκισε το στόμα της
έσυρε τη λησμονιά της στο στόμα του μαύρου σκύλου.
Νίκησε τον φόβο.
Μόνη της με τη διπλή δυστυχία της απώλειας της μνήμης,
του έρωτα και της ζωής.

Τα αγαθά που είχε στα χέρια της μάζεψαν
το παγωμένο μάρμαρο
η πόλη έδειξε την ευσπλαχνία της
σε όσους δεν ήρθαν στον εορτασμό
σε εκείνη τη γιορτή που οι γυναίκες γεμάτες φόβο
μαζεύουν τον ωκεανό στα σκέλια τους και τον σκορπάνε
ανά αιώνες μέσα στα δωμάτια των άλλων
που συγχωράνε τους στεναγμούς της πίστης
πως αυτός ο κόσμος είναι δικός μας

μια απλή παρατήρηση - ο κόσμος αυτός βαστάει ένα παράπονο στην καρδιά του

ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ




2.11.17

ΚΑΛΥΨΩ - Σίσσυ Δουτσίου

Νίκος Κούνδουρος | Μικρές Αφροδίτες



















Ο ωκεανός βύθισε τα ελληνικά μάτια της στην ραψωδία ε.
Οι φυσικοί κήποι ζεσταίνουν τους ανθρώπους – δίπλα της.
Το ιερό δάσος έλαμψε μπροστά της.
Χωρίς αμφιβολία. Η καλοσύνη
ακουμπάει τις υπηρέτριες της.
Τα τάγματα των γυναικών ζαχαρώνουν
τη βροχή, τη λάσπη και το σάλιο.

Ο Οδυσσέας. Δακρύζει.
Ο ήλιος τόσο ψηλά τυλίγει τον ουρανίσκο του
με τον χρόνο της επιστροφής. (Καλόκαρδος,
ταραγμένος.) Η ψυχραιμία όρμησε στο μυαλό του.
Ο αντίπαλος – ο εαυτός του. Καημένη Καλυψώ.
Άπληστη. Εκεί, στην Ωγυγία
απέναντι από το Γιβραλτάρ ή δίπλα στη Μάλτα.

Το πεπρωμένο θυσιάζεται για σένα,
άντρα – αφέντη – ήρωα. Η ντροπή νοσταλγεί
τις σκοτεινές γωνίες ή τις ευτυχισμένες ώρες.
Οι Νύμφες εμπιστεύονται την σκόνη του μεταξωτού ήλιου.
Οι μητέρες χαιρετάνε τους γιούς τους.
Το Λιβυκό Πέλαγος κρατάει στην αγκαλιά του

το μελαγχολικό βλέμμα της όμορφης γυναίκας.
Αδικημένη Καλυψώ. Το άρωμά της ανασαίνει,
ανταλλάσσοντας λίμνες και άσπρα σύννεφα με
τα βουνά της Ιθάκης. Λευκά τριαντάφυλλα κόβονται
διστακτικά από τον νέον άντρα
για τη διασκέδαση του
για τον έρωτα
για την απόλαυση
για τη χαρά
για τη ζωή.

Εξαιτίας του έρωτα
της απόλαυσης
της χαράς
της ζωής.
Τα πάθη των ανθρώπων βλαστημάνε του ποιητές,
τους ιστορικούς, τα σπουδαία έργα, τον γάμο.
Η τόλμη τιμωρείται. Η ήσυχη μέρα τρέμει. 
Η Καλυψώ ονειρευόταν μέχρι να τη δαγκώσουν
ξένες καλλονές, κοπέλες που μιλάνε τρυφερά με χάρη.
Κάποτε χαίρονταν. Τα άνθη φύτρωναν

ανάμεσα στα γαλάζια στάχυα. Του ψιθύριζε:
αυτά τα νερόκρινα είναι δικά σου.
Παραδομένος στη φωνή της
στο κορμί της
στο βηματισμό της
στην ησυχία της
νανούρισε τον προορισμό του για λίγο.
Η θάλασσα έσκαψε τις πέτρες και το χώμα.
Τα ζώα έπνιξαν τους ανθρώπους.
Η γυναίκα αναζήτησε τον σκοπό της.

Καινούργιο πλάσμα παραδώσου στα αστέρια.
Ο έρωτας και η λύπη, ανάμεσά τους
τρεμοφέγγουν γενιές ερωτευμένων.
Στο κέντρο του κόσμου, τα μεσάνυχτα μονομαχούν.
Όλα τελείωσαν – τώρα στήνονται εξέδρες,
ακούγονται από τα χείλη κάποιων γυναικών προσευχές .

Οι ταξιδιώτες εύχονται με θριαμβευτικό ύφος να
εκτελέσουν την ανθισμένη καμέλια που τους κολάζει.
Φτωχιά μου Καλυψώ. Πλούσιος ο πειρασμός σου.
Ένα γαλάζιο μετάξι γεμάτο νεότητα τρώει λαίμαργα
την άμμο από το κορμί της. Ούτε ίχνος δροσιάς ή αέρα.

Ο κίνδυνος δραπέτευσε προς τον ορίζοντα της πόλης,
μιας άλλης πόλης. Και η Καλυψώ εξακολουθεί να ζει.
Τα δάχτυλά της υγρά κυλούσαν στα μάγουλά του,
κατάπινε το στόμα του, κατέκλυζε το νου του.
Ο χρόνος λαμπύριζε σαν μαργαριταρένιο κολιέ
γύρω από το μουνί της, τα ρούχα τους ξεράθηκαν –

ο δισταγμός γέμισε τις κοιλιές τους.
Τα κυνηγόσκυλα ξεκουράζονται στη διπλανή γη,
ένα στρέμμα γεμάτο πλούσιες ροδιές,
ζωντανές και την άνοιξη
ζωντανές και το καλοκαίρι
και το φθινόπωρο
και το χειμώνα.
Η καρδιά του άστραφτε, ξεχνούσε
τη μια λέξη μετά την άλλη, προσπαθούσε να μιλήσει,
να πείσει τον εαυτό του
να φύγει
ή να μείνει (ή να αποκτήσει έναν γιο).

Οι Νύμφες γεμάτες λουλούδια και εντυπώσεις
χαριτωμένες, καλοσυνάτες, μελαχρινές, ξανθιές ερεθισμένες
σκόρπισαν τα δαντελένια φουστάνια τους στο απόλυτο σκοτάδι.
Το ξημέρωμα προκάλεσε την Καλυψώ να αγαπήσει το άπειρο
να συμπονέσει την ιδέα – την συγκίνηση
την ομορφιά της Πηνελόπης.

Τα χάδια που είχαν περισσέψει μουρμούριζαν
από δρόμο σε δρόμο μονολογούσαν
την αθέατη Οδύσσεια μιας γυναίκας
μια πανέμορφης κάργιας
μιας ερωμένης
μιας καταραμένης θάλασσας.

Ζεστές σταγόνες από το μέτωπο του Ερμή έσταξαν στο πρόσωπό της.
Η Καλυψώ βυθίστηκε στον ύπνο
ονειρεύτηκε χρυσά βέλη και μαύρο κρασί.
Η μνήμη ενθάρρυνε τον ύπνο και τη ζήλεια.
Η θέρμη γρύλισε με προσοχή στους νεκροθάφτες
του είμαι, του εγώ, του εσύ
του εγώ και εσύ.

Οι Νύμφες της σαγήνης – δέκα κιλά λιγότερα
από όλες τις γυναίκες άφησαν
με απότομες κινήσεις τα κόκκαλα,
τους αγκώνες, τους καρπούς να ξεγελάσουν
το κύμα της προηγούμενης μέρας.
Μια ευχάριστη ζεστασιά και η κραυγή της

στάλθηκε στο διάστημα σαν μύθος,
μια περιπέτεια. Η απεραντοσύνη
ισορρόπησε μέσα στα δάχτυλά της. 
Ο ήλιος μούδιασε κάτω από τις φτέρνες της.
Σαν πεταλούδα Καλυψώ φτιαγμένη
από το φως της ημέρας

απλώνεις μια σιωπηλή δικαιοσύνη.
Το νυχτολούλουδο δεν είναι ούτε αρσενικό,
ούτε θηλυκό, ούτε ερμαφρόδιτο
ζευγαρώνει μόνο με τα μεγάλα εφηβικά χαμόγελα
ή μόνο με την πανσέληνο
ή μόνο με την μητέρα που συγχωρεί τον γιό της

όταν τον παρασέρνει η δίνη του έρωτα.
Ω, Καλυψώ στέκεις σαν πανέμορφο άγαλμα
δίνεις ευγενικά το χέρι σου και αποχαιρετάς
με τη λαχτάρα να νικήσει όλους τους φόβους του
να ανταμώσει τη γυναίκα, την ευτυχία.
Ο έρωτας διαρκεί για πάντα 

όταν ο θαυμασμός περήφανα ατενίζει κάθε του κίνηση,
του άντρα, χαϊδεύει τη φωνή,
του άντρα, λατρεύει τις εκφράσεις,
της γυναίκας, αγκαλιάζει τη γοητεία,
της γυναίκας. Παρελθούσα, παρούσα, μέλλουσα ζωή.
Η εκδήλωση του φωτεινού νου.

Η ερωτευμένη – η αρχαία Νύμφη.
Η αγνή, η καθαρή, η βαθιά, η λεπτοφυής
που γνωρίζει τα πάντα.
Η αντίληψη απαλλαγμένη από κάθε εμπόδιο.
Τα όνειρά τους υπάκουσαν στο φεγγαρόφωτο.
Προς το εκεί, προς το μεγάλο ταξίδι.






Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην Bibliotheque


EKAΤH – Σίσσυ Δουτσίου


























Έρχεται εκεί που τη χρειαζόμαστε
πριν αρχίσει το ποίημα
πάνω στη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό.
Χιλιάδες πρόσωπα επιθύμησαν
τη νεαρή σύζυγο, τους νεόνυμφους, τους κόλπους της ακολασίας.
Η Πανσέληνος προστάτιδα των μαγισσών.
Τα χέρια της φορτωμένα με οικογενειακά κειμήλια.
Βαθειά πηγάδια εξουθενωμένα,
την παίδεψαν – εκεί που αρνήθηκαν
οι εξόριστοι να υποταχτούν.
Υπέροχα αστέρια ανακάλυψαν την πίκρα
του εμφυλίου πολέμου.
Εκεί που η ευτυχία ξεριζώνεται από
τα στήθη των γυναικών,
εκεί που η σκέψη βυθίζονταν στον αφρό
των πενήντα στίχων.
Τα πατώματα των σπιτιών πίστεψαν
τους ερωτευμένους άντρες
εκεί που οι όμορφες οικοδέσποινες
ξεραίνονται όταν στο πρόσωπό τους αντανακλά
το φως του ήλιου.
Παρούσα στους τόπους των νεκρών
Κυρία των Ψυχών
Ο θερμός τόνος των τάφων υπηρετεί
τον καημό της νοσταλγίας.
Εκεί που ο ψίθυρος μοιάζει με ηχώ
– ο ένας για τον άλλον –
Γεννήθηκε η Εκάτη.
Μοναχοπαίδι. Οι άνδρες την παρακαλάνε
να μείνουν ζωντανοί μέχρι το τέλος του πολέμου,
να τους δώσει όπλα και χάρη.
Εκεί το σθένος απαλλαγμένο από τον φόβο
κατευθύνεται προς τα κατάστιχα της Ιστορίας.
Εκεί που συζητάνε τα κορίτσια και τα
αγόρια για το ανέφικτο.
Τολμάει η πομπή της πόλης να προστατέψει
τη Νίκη του Κάτω Κόσμου.
Γεννήθηκε η Εκάτη
με δύο πυρσούς στα χέρια
τυφλώνει τα βρέφη από νωρίς
ζητάει νόμιμους απογόνους.
Οι ηθοποιοί έκρυψαν τα τρία κεφάλια
της Εκάτης
συνεπαρμένοι από τα άλογα της Τάξης
υποτάχτηκαν στο νιόπαντρο ζευγάρι.
Εκεί καθάριζε ο ένας τα πόδια του άλλου,
το χώμα έδινε την υπόσχεση της πίστης στα ρόδα
σαν διαλυμένο παιχνίδι μπροστά στο αιώνιο ρεύμα
όλοι σκεπάζονται από το ηλιοβασίλεμα.
Παράξενο είναι να κατοικείς μπροστά
σε σταυροδρόμι.
Το μέλλον φτερουγίζει μέσα στη γενέτειρα
των φαντασμάτων.
Οι ζωντανοί ή οι άγγελοι (που τους
φωνάζουν άλλοι)
έχουν ανάγκη την παρηγοριά της νεκρομαντείας.
Γεννήθηκε η Εκάτη
«τροφός όλων όσων γεννήθηκαν μετά από αυτήν».
Οι αριστοκράτες είπανε τα μυστικά τους
στους δούλους και αυτοί
θρήνησαν τη χαρά των παλατιών –
με δάκρυα στα μάτια και μια εκπληκτική κίνηση
ζήτησαν από την ανθοφορία
της άνοιξης
με το αίμα τους και ευνοημένοι
από τύχη δηλητηρίασαν την Τάξη των άλλων.
Γεννήθηκε η Εκάτη.
Οι εραστές επέστρεψαν στην αφιλόξενη
κοινωνία των ανθρώπων.
Το σύμπαν βαριανάσαινε πάνω από τα κεφάλια τους.
Οι Θεοί της Θάλασσας και ο Ανείπωτος
Κόσμος των Νεκρών διασχίζουν
στρατώνες και ορυχεία και
αγκαλιάζουν το χώμα των φοβισμένων.
Εκεί που συλλαμβάνουν τους ποιητές
και φυλακίζουν τους εραστές της φιλοσοφίας.
Εκεί που οι Θεές αφοπλίζονται μπροστά
στο πυκνό σκοτάδι της σύγχρονης Ιστορίας.
Άλλο και τούτο,
μακάρι η καρδιά της Λύκαινας να εγκαταλείψει
όλο της το φαΐ στους χθόνιους υπηρέτες της.
Γεννήθηκε η Εκάτη.
Οι πιστοί της αγκαλιάστηκαν σφιχτά.
Πήρε το λόγο μια μητέρα
γιόρταζε τα γενέθλια της κόρης της
χάιδευε την εορταστική τούρτα,
δώδεκα κεριά χρώμα λευκό, βουτηγμένα
στη ζάχαρη άχνη.
Μόνο αυτό έμεινε
και το ανάλαφρο βήμα των αιθέρων.
Εκεί που διώχνουν τα κακά πνεύματα από το σπίτι.
Εκεί νεαροί σκύλοι ξέσπασαν σε κλάματα:
τα πανωφόρια του θανάτου
τύλιξαν τον πυρετό των φιδιών, οι τρεις παρθένες
προειδοποίησαν τον λαό
για τα εμπορεύματα των βασιλιάδων.
Με μια λέξη, τα παιδιά τόλμησαν
να ανατινάξουν τις άμαξες.
Με μια διαύγεια οι κυρίαρχοι φώναξαν:
«αυτοί καταστρέφουν την πόλη».
Η Εκάτη έκρυψε τα λάφυρα κάτω από τα
λιγοστά αρχαιολογικά ευρήματα
και όταν οι γονείς ήταν περήφανοι πια για τα παιδιά τους
υποσχέθηκε πως θα τους μάθει να
τιθασεύουν τον άνεμο – κυρίως να
τιθασεύουν τον πόνο του θανάτου.
Οι ευλογίες ήτανε μακάβριες
όλες για έναν θρήνο.
Οι γυναίκες συνέχισαν να φτιάχνουν ψωμί.
Οι άντρες πλησίασαν τα μνήματα των προγόνων τους.
Οι μανάδες έδειξαν τους ετοιμοθάνατους.
Οι γέροι ευχήθηκαν τον θάνατο στους συνομήλικες.
Οι έφηβες ξεκίνησαν να φροντίζουν τους άρρωστους.
Τα βρέφη κάρφωσαν το βλέμμα τους στα αγάλματα των Θεών.
Η Εκάτη στέκει ως φύλακας της πόλης.
Οι νεκροί μας συνάντησαν εμάς.
Εμείς υμνούμε το θείο.
Μυρίζει τριαντάφυλλο λιβάνι.
Γεννήθηκε η Εκάτη.





24.9.17

[ΕΚΑΒΗ] Σίσσυ Δουτσίου



φωτογραφία: Τάκης Βεκόπουλος






























«όλοι εν τέλει είναι δούλοι στην τύχην και στην στερρὰν ἀνάγκην» Ευριπίδης

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Τα παλάτια της Τροίας λεηλατήθηκαν
σαν φίδια άλλαξαν δέρμα οι κυράδες.
Ωμές.
Αδίστακτες.
Το σώμα θα ταφεί.
Κανείς δεν θα πετάξει τους ξένους,
τους φίλους ή τους συγγενείς
μέσα στη θάλασσα.

Έτσι μοιάζει ο πόλεμος Εκάβη.

Τρομαγμένα αστέρια σκέπασαν με πάχνη τα ποτάμια.
Η ερημιά της πόλης έθαψε τα παιδιά της στο αίμα.
Οι ανθισμένοι κήποι σύστησαν τον τρόμο στους εφήβους.
Τα τριαντάφυλλα δίστασαν να θαυμάσουν το χάραμα και
τα πέτρινα σπίτια εγκαταλείφθηκαν από τα χελιδόνια.

Αυτός είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην διακινδυνεύεις τη ζωή σου
θα τυφλώσουμε τον άκαρδο τύραννο,
τον πατριάρχη, τον βασιλιά, τον αυτοκράτορα.

Οι παρθένες έθαψαν τις αρετές τους.
Ανήμποροι γερασμένοι άντρες χάθηκαν στις γωνίες των δρόμων.
Οι τραυματισμένοι ήρωες χλόμιασαν σαν αλεπούδες
κάτω από τα ρούχα της μάνας τους.

Αυτό είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην στεναχωρείσαι
θα επιτεθείς στη Χώρα των Κυκλώπων.

Τα βρέφη κοίταξαν τα δάκρυα των άταφων μονομάχων.
Αδέσποτα σκυλιά μάζεψαν τις
τελευταίες νυχτοπεταλούδες της πόλης.

Φυλακές δεν υπήρχαν.
Στρατός δεν υπήρχε – μόνο
το όραμα της διαμαρτυρίας και αυτός ο περίφημος χορός.
Η τρέλα αντιλαλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα της.

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Οι εχθροί αφάνισαν τα καλοκαίρια.
Οι μισθοφόροι πυροβολούσαν ασταμάτητα
το φως των γιορτών.
Ο λαός προσευχόταν κρυφά σε παραιτημένους στάβλους.
Οι λεγεώνες των άλλων ίππευαν ταύρους
και αετούς πάνω από τα κεφάλια μας.

Το χρυσό εξερράγην στα χέρια των βασιλιάδων.
Μην ανησυχείς, Εκάβη μου
θα εκδικηθείς για το χαμό του γιού σου.

Ο πόλεμος έγινε όργανο του ανθρώπινου σώματος.
Η Πολυξένη παραδόθηκε στους θεούς.
Εκάβη μου,

μπορείς να μην αγαπήσεις την πατρίδα σου.
- βάρβαροι στη θέση των βαρβάρων -
Τα έθιμα ομολόγησαν την μυρωδιά της γης τους
περιέγραψαν την ηρωική ευγένεια
του παλιού κόσμου.

Σκορπίστηκαν σκελετοί βασιλιάδων
στις γυμνές αποθήκες των σκλάβων –
ένα πρωί που η στρίγγλα συνείδηση
αρνιόταν να το πιστέψει.

Η σιωπή αγκάλιασε τα παιδιά.
Φόνος εν ψυχρώ. Η πόλη θρηνεί τις έξι κόρες αυτού του κόσμου:
την Αγαθοεργία
την Προσήλωση
την Υπομονή και τη Διαύγεια
την Ηθική και
την Σοφία.

Η πόλη θρηνεί Εκάβη μου.