22.2.17

Η Νύφη - Σίσσυ Δουτσίου

Marina-Bychkova




































Δακρυσμένες νύφες
και οι ανεστανάρηδες να ουρλιάζουν.
Ένα θαύμα που δεν έγινε.
Βαθιά Απελπισία
Εγένετο το θέλημα σου -
ανοιγμένα τα εύθραστα σκέλια της γυναίκας σου
κάθε πρωί ο αφέντης δίνει διαταγές
οι δούλοι προσκυνάνε.
Η γυναίκα του μια πόρνη
τα σεντόνια ωμά ροζ
άνευ ακραίου ενθουσιασμού
κάτω από τα πράσινα όνειρα
μέσα σε ένα σπίτι.
Λείπει η ευφορία
πεταγμένα εσώρουχα, βιλία, κόμικ, πέτρες, πετσέτες,
ιδρωμένα σορτς και αλατισμένες φανέλες.
Ένας οξύς πόνος
κλείνω τα πόδια μου
τα φέρνω στο στήθος μου.
Ένα μικρό σμήνος πουλιών
καλοσορίζει τα δάκρυα μπροστά σου
- σκέφτομαι τον ποταμό Ούς -
ισοροπημμένα σε ξανθιά αγκάθια κοιτάζεις τους μώλωπες
παίζουν σαν παιδιά κοιτάζουν το ένα το άλλο
αρσενικό - θυληκό - γένος ουδέτερο
Λυπάμαι, σήμερα φέυγω.
Κάποια παιδιά είναι καταδικασμένα να μεγαλώσουν.





Άνεμος Νιότης - Σίσσυ Δουτσίου

Marina-Bychkova




































Οι πρώτοι στίχοι σε ένα ποίημα
Οι πρώτες μας συναντήσεις
Το πρώτο μου ψυχεδελικό τριπ
Η πρώτη φορά που έκανα έρωτα
Η πρώτη φορά που άγγιξα τα υπέροχα γυναικεία στήθη
εκείνης της άγριας γυναίκας
Η πρώτη φορά που μέθυσα σταματώντας τον κάθε περαστικό
και ρωτώντας τον για την ελευθερία
Η πρώτη φορά που χάθηκα μέσα σ' ένα τεράστιο δάσoς στη βόρεια Αγγλία τριπαρισμένη
Η πρώτη φόρα που φοβήθηκα το σκοτάδι
Η πρώτη φορά που διάβασα σε κάποιον τα ποιήματα μου
που μεταμορφώθηκα σε άθλιο θηλυκό μπροστά στην πόρτα του νοσοκομείου
που κοίταξα τον ουρανό και θέλησα να γίνω αστροναύτης
που δοκίμασα μια πρωτοχρονιά κλεισμένη σε ένα σπίτι καθαρή ηρωίνη
που ταξίδεψα στην Ινδία με τον αγαπημένο μου.

Η πρώτη φορά που άγγιξα το αντρικό σεξουαλικό όργανο,
το κρέας, οι φλέβες, η μυρωδιά του.
Τα πρόστυχα μάτια μου, οι κινήσεις μου.
Είχα ανέβει από πάνω του
οι γονείς της φίλης μου δεν ήτανε στο σπίτι
αγόρασα προφυλακτικά και τον πήρα τηλέφωνο.
Μισή ώρα μετά
δυσκολεύτηκα να φτιάξω τα κορδόνια των παπουτσιών μου
έπρεπε να σκύψω, τότε
ένοιωσα
πως έκανα κάτι.
Δεν ήτανε από έρωτα
αλλά ήθελα
να σκίσω την παρθενιά μου.
Την επόμενη μέρα του είπα ότι πρέπει να χωρίσουμε.
Το μουνί μου ήτανε ελεύθερο για γαμήσια τώρα.

Η πρώτη φορά που πήγα με την ξαδέρφη μου
κρυφά στην πλατεία Ομονοίας
να βρούμε κάτι να πιούμε
και βρήκαμε την πιο απαίσια φούντα που μπορούσες να καπνίσεις
και μοιραστήκαμε ένα στραβοστριμμένο τσιγαριλίκι
στην οδό Μάρνης και Πατησιών.
Τελευταία τζούρα
και μετά ένα ασυγχώρητο γέλιο.

Τα πρώτα διηγήματα του Μπορίς Βιάν
και τα κόμικ του Μανάρα
αυτή η γυναίκα με τα τεράστια βυζιά
και τα 110 χάπια.
Μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα
μια παρέα από 2 κορίτσια και 4 αγόρια
μόνο τεκίλα και κοντά φουστάνια
ποίηση και υγρά μάτια από το ξενύχτι
ξεχασμένα πόδια σε στενά παπούτσια
και μια φίλη να ξερνάει από το πολύ αλκοόλ.
Η πρώτη φορά που τρόμαξα
από το χρώμα του εμετού
μέσα σε 2 λεπτά είχα ξεχάσει
και τρέχαμε προς τα κάτω
προς το δικό μας μέρος
ένα σκοτεινό στενό
πίσω από τον πιο πολυσύχναστο δρόμο της πόλης.

Ένας ώριμος άντρας με 2 πιτσιρίκες
στα μπούτια του
δυο μελαχρινές
η μια από αυτές έχει λιώσει στη πρέζα πια.
Η πρώτη φορά μιας ενθουσιαστικής πράξης έρωτα.

Ποτέ δεν θα ξέρεις ότι
ντρέπομαι να σε συναντήσω
ότι δεν έχω να πω τίποτα μαζί σου πια.
Δεν είσαι πια το ίδιο τέρας
μικρή ταπεινωμένη σκλάβα.

Ποτέ δεν κοιμήθηκα με τα ρούχα μου στο κρεβάτι
όσο μεθυσμένη και αν ήμουν.
Η πρώτη φορά που σταμάτησα στον δρόμο έναν όμορφο νέο
και του είπα να με πάει σπίτι
γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω που βρίσκομαι
η πρώτη κουβέντα που του είπα
"βγάλε μου τα ρούχα"
τα υφάσματα με ζεσταίνουν
όταν είμαι σε έξαρση.

Η πρώτη φορά
που σκεφτόμουνα να κλέψω έναν ταξιτζή και να
τον απειλήσω με ένα ανύπαρκτο μαχαίρι.
Τα φώτα των αυτοκινήτων
και οι βιτρίνες των μαγαζιών λιώνουν μπροστά μου
σε μια διαδήλωση τέλεια.
Μεταφέραμε 7 μολότοφ και ένα μαύρο σπρέι
για να γράψουμε ποίηση στους τοίχους μια γκρίζας πόλης που καίγεται.

Η πρώτη επίθεση σε
ένα συγγραφέα που αρνήθηκε το ολοκαύτωμα των εβραίων
καμένες σημαίες
και μια καταδίωξη σε ένα αγγλικό χωριό.
Κόσμος από διάφορες χώρες και ένα τανκ νερού
να προσπαθεί να καταστείλει
τα συνθήματα -
δεν τρέχει αίμα πια
μόνο που κρυώνω πολύ.
Μας ακολουθάνε μπάτσοι.
Πάλι τα ίδια.
Μόνο fast food
δεν προλαβαίνουμε για κάτι άλλο.

Η πρώτη φορά που γέμισα ένα σακβουαγιάζ με κάμποσα κιλά χόρτο.
Το πρώτο μου μηχανάκι παρκαρισμένο στα κτελ μέχρι να κάνω την ανταλλαγή.
Λίγα τα λεφτά αλλά πρέπει να πληρώσω το νοίκι.
Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από το να δουλεύουμε;
Η πρώτη φορά που ευχαριστήθηκα μια βίζιτα
καλά λεφτά - το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι.

Oι πουτάνες ερωτεύονται τους πελάτες τους και
οι αφέντες ερωτεύονται τις σκλάβες τους.

Η τελευταία φορά που κάπνισα πρέζα
"τσούλα" πάνω σε αλουμινόχαρτο
αγορασμένη από ένα σκοτεινό μπακάλικο σε μια επαρχία του Μαρόκου,
η έρημος, εκατοντάδες χωριά,
δεν έχω τη σωματική δύναμη
να διασχίσω
το μεγάλο δωμάτιο
μέσα στο κόκκινο σπίτι
που είμαστε οι δύο μας και θα ήθελα
να είχαμε κάνει έρωτα εκείνη τη νύχτα.
Άλλωστε,
γιατί χαλάσαμε τόση ζάχαρη αγαπητή μου;

Θα ήθελα να είχαμε κοιμηθεί μαζί εκείνο το βράδυ
ήμουνα τόσο ήρεμη
μόνο η αγκαλιά σου έλειπε.

Η τελευταία φορά που περίμενα να καταστρέψεις τα δικά σου πνευμόνια
για να μυρίσω λίγο θάνατο
μπροστά στο παιδί σου.
Ένα αγρόκτημα γεμάτο σκατά
και αρρωστημένα ζώα
θα μπορούσε να είναι ένας παράδεισος.

Πράγματι για πάντα και
εις τους αιώνες των αιώνων
η ευτυχία θα τρομάζει.
Έχουμε μάθει
να δουλεύουμε - να τρώμε - να χέζουμε
να κλέβουμε - να αντιγράφουμε - να κρυφοκοιτάζουμε
να δαγκώνουμε τις σάρκες άλλων και να φτύνουμε κομμάτια από αυτούς
στο νιπτήρα ή στο νεροχύτη - πρωί ή βράδυ -
έχουμε μάθει να θέλουμε
να είμαστε ευτυχισμένοι
να θέλουμε
να είμαστε
ευτυχισμένοι.

Αγάπη μου
κανείς δεν θέλει να είναι ευτυχισμένος
όλοι θέλουνε
απλά
να μπορούν,
να μπορούν να δουλεύουν, να μισούν, να πονάνε,
να κλαίνε, να σιχαίνονται
όλοι έχουνε μάθει την υστερία
και η απάτη της
σου πλέκει ένα μεταξωτό σάβανο
για να το φοράς κάθε μέρα.

Η τελευταία φορά που αναρωτήθηκα γιατί.
Κάποιοι επιλέγουν να γίνουν ήρωες και κάποιοι άλλοι οι απαγωγείς
αισχροί
δηλητηριώδεις
κακοήθεις.
Η τελευταία φορά που σε αγάπησα.

Η λήθη χάραξε νέους χαρακτήρες
σε μια νέα ποιητική συλλογή
τίποτα πια δεν είναι από τη ζωή μου.

Η πρώτη φορά που
δεν ήθελα να εξαντληθεί το φως της
που μπορούσα να κολυμπήσω σε μια θάλασσα lsd
και να μην ανακατευτούν τα συκώτια μου
ο αυτοκρατορικός σκορπιός με φοβήθηκε
και δεν ξαναήρθε ποτέ δίπλα μου
με μια ανελέητη έκσταση
ξαναγέμιζα λευκές μπουκάλες
ασταμάτητα βαρύ - δίχως παύση κόκκινο -  
που δεν χρειάστηκε να τελειώσει ποτέ τίποτα.
Εκείνη η ώρα που κάναμε έρωτα
αγάπη μου
μέχρι τώρα.
Που δεν υπάρχει χρόνος
εκεί
μαζί σου
σε αγαπώ.

Η οξύτητα του φωτός δεν καίει πια τα λουλούδια
Τίποτα δεν μοιάζει λίγο, τίποτα πιο πολύ
γιατί έτσι το προστάζει πια η καρδιά μου.
Οι ιαχές του πολέμου έσπευσαν για ύπνο.
Οφείλω να ονομάσω του ήρωες της πατρίδας μου.
Δεν επαρκούμε οι δυο μας αγάπη μου
θα έρθω με τους τολμηρούς
για τελευταία φορά
η πόλη θεραπεύεται
από το ιερό και πιστό
άνεμο της νιότης.

Σίσσυ Δουτσίου

  Άνεμος Νιότης  

Οι πρώτοι στίχοι σε ένα ποίημα
Οι πρώτες μας συναντήσεις
Το πρώτο μου ψυχεδελικό τριπ
Η πρώτη φορά που έκανα έρωτα
Η πρώτη φορά που άγγιξα τα υπέροχα γυναικεία στήθη
εκείνης της άγριας γυναίκας
Η πρώτη φορά που μέθυσα σταματώντας τον κάθε περαστικό
και ρωτώντας τον για την ελευθερία
Η πρώτη φορά που χάθηκα μέσα σ' ένα τεράστιο δάσoς στη βόρεια Αγγλία τριπαρισμένη
Η πρώτη φόρα που φοβήθηκα το σκοτάδι
Η πρώτη φορά που διάβασα σε κάποιον τα ποιήματα μου
που μεταμορφώθηκα σε άθλιο θηλυκό μπροστά στην πόρτα του νοσοκομείου
που κοίταξα τον ουρανό και θέλησα να γίνω αστροναύτης
που δοκίμασα μια πρωτοχρονιά κλεισμένη σε ένα σπίτι καθαρή ηρωίνη
που ταξίδεψα στην Ινδία με τον αγαπημένο μου.

Η πρώτη φορά που άγγιξα το αντρικό σεξουαλικό όργανο,
το κρέας, οι φλέβες, η μυρωδιά του.
Τα πρόστυχα μάτια μου, οι κινήσεις μου.
Είχα ανέβει από πάνω του
οι γονείς της φίλης μου δεν ήτανε στο σπίτι
αγόρασα προφυλακτικά και τον πήρα τηλέφωνο.
Μισή ώρα μετά
δυσκολεύτηκα να φτιάξω τα κορδόνια των παπουτσιών μου
έπρεπε να σκύψω, τότε
ένοιωσα
πως έκανα κάτι.
Δεν ήτανε από έρωτα
αλλά ήθελα
να σκίσω την παρθενιά μου.
Την επόμενη μέρα του είπα ότι πρέπει να χωρίσουμε.
Το μουνί μου ήτανε ελεύθερο για γαμήσια τώρα.

Η πρώτη φορά που πήγα με την ξαδέρφη μου
κρυφά στην πλατεία Ομονοίας
να βρούμε κάτι να πιούμε
και βρήκαμε την πιο απαίσια φούντα που μπορούσες να καπνίσεις
και μοιραστήκαμε ένα στραβοστριμμένο τσιγαριλίκι
στην οδό Μάρνης και Πατησιών.
Τελευταία τζούρα
και μετά ένα ασυγχώρητο γέλιο.

Τα πρώτα διηγήματα του Μπορίς Βιάν
και τα κόμικ του Μανάρα
αυτή η γυναίκα με τα τεράστια βυζιά
και τα 110 χάπια.
Μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα
μια παρέα από 2 κορίτσια και 4 αγόρια
μόνο τεκίλα και κοντά φουστάνια
ποίηση και υγρά μάτια από το ξενύχτι
ξεχασμένα πόδια σε στενά παπούτσια
και μια φίλη να ξερνάει από το πολύ αλκοόλ.
Η πρώτη φορά που τρόμαξα
από το χρώμα του εμετού
μέσα σε 2 λεπτά είχα ξεχάσει
και τρέχαμε προς τα κάτω
προς το δικό μας μέρος
ένα σκοτεινό στενό
πίσω από τον πιο πολυσύχναστο δρόμο της πόλης.

Ένας ώριμος άντρας με 2 πιτσιρίκες
στα μπούτια του
δυο μελαχρινές
η μια από αυτές έχει λιώσει στη πρέζα πια.
Η πρώτη φορά μιας ενθουσιαστικής πράξης έρωτα.

Ποτέ δεν θα ξέρεις ότι
ντρέπομαι να σε συναντήσω
ότι δεν έχω να πω τίποτα μαζί σου πια.
Δεν είσαι πια το ίδιο τέρας
μικρή ταπεινωμένη σκλάβα.

Ποτέ δεν κοιμήθηκα με τα ρούχα μου στο κρεβάτι
όσο μεθυσμένη και αν ήμουν.
Η πρώτη φορά που σταμάτησα στον δρόμο έναν όμορφο νέο
και του είπα να με πάει σπίτι
γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω που βρίσκομαι
η πρώτη κουβέντα που του είπα
"βγάλε μου τα ρούχα"
τα υφάσματα με ζεσταίνουν
όταν είμαι σε έξαρση.

Η πρώτη φορά
που σκεφτόμουνα να κλέψω έναν ταξιτζή και να
τον απειλήσω με ένα ανύπαρκτο μαχαίρι.
Τα φώτα των αυτοκινήτων
και οι βιτρίνες των μαγαζιών λιώνουν μπροστά μου
σε μια διαδήλωση τέλεια.
Μεταφέραμε 7 μολότοφ και ένα μαύρο σπρέι
για να γράψουμε ποίηση στους τοίχους μια γκρίζας πόλης που καίγεται.

Η πρώτη επίθεση σε
ένα συγγραφέα που αρνήθηκε το ολοκαύτωμα των εβραίων
καμένες σημαίες
και μια καταδίωξη σε ένα αγγλικό χωριό.
Κόσμος από διάφορες χώρες και ένα τανκ νερού
να προσπαθεί να καταστείλει
τα συνθήματα -
δεν τρέχει αίμα πια
μόνο που κρυώνω πολύ.
Μας ακολουθάνε μπάτσοι.
Πάλι τα ίδια.
Μόνο fast food
δεν προλαβαίνουμε για κάτι άλλο.

Η πρώτη φορά που γέμισα ένα σακβουαγιάζ με κάμποσα κιλά χόρτο.
Το πρώτο μου μηχανάκι παρκαρισμένο στα κτελ μέχρι να κάνω την ανταλλαγή.
Λίγα τα λεφτά αλλά πρέπει να πληρώσω το νοίκι.
Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από το να δουλεύουμε;
Η πρώτη φορά που ευχαριστήθηκα μια βίζιτα
καλά λεφτά - το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι.

Oι πουτάνες ερωτεύονται τους πελάτες τους και
οι αφέντες ερωτεύονται τις σκλάβες τους.

Η τελευταία φορά που κάπνισα πρέζα
"τσούλα" πάνω σε αλουμινόχαρτο
αγορασμένη από ένα σκοτεινό μπακάλικο σε μια επαρχία του Μαρόκου,
η έρημος, εκατοντάδες χωριά,
δεν έχω τη σωματική δύναμη
να διασχίσω
το μεγάλο δωμάτιο
μέσα στο κόκκινο σπίτι
που είμαστε οι δύο μας και θα ήθελα
να είχαμε κάνει έρωτα εκείνη τη νύχτα.
Άλλωστε,
γιατί χαλάσαμε τόση ζάχαρη αγαπητή μου;

Θα ήθελα να είχαμε κοιμηθεί μαζί εκείνο το βράδυ
ήμουνα τόσο ήρεμη
μόνο η αγκαλιά σου έλειπε.

Η τελευταία φορά που περίμενα να καταστρέψεις τα δικά σου πνευμόνια
για να μυρίσω λίγο θάνατο
μπροστά στο παιδί σου.
Ένα αγρόκτημα γεμάτο σκατά
και αρρωστημένα ζώα
θα μπορούσε να είναι ένας παράδεισος.

Πράγματι για πάντα και
εις τους αιώνες των αιώνων
η ευτυχία θα τρομάζει.
Έχουμε μάθει
να δουλεύουμε - να τρώμε - να χέζουμε
να κλέβουμε - να αντιγράφουμε - να κρυφοκοιτάζουμε
να δαγκώνουμε τις σάρκες άλλων και να φτύνουμε κομμάτια από αυτούς
στο νιπτήρα ή στο νεροχύτη - πρωί ή βράδυ -
έχουμε μάθει να θέλουμε
να είμαστε ευτυχισμένοι
να θέλουμε
να είμαστε
ευτυχισμένοι.

Αγάπη μου
κανείς δεν θέλει να είναι ευτυχισμένος
όλοι θέλουνε
απλά
να μπορούν,
να μπορούν να δουλεύουν, να μισούν, να πονάνε,
να κλαίνε, να σιχαίνονται
όλοι έχουνε μάθει την υστερία
και η απάτη της
σου πλέκει ένα μεταξωτό σάβανο
για να το φοράς κάθε μέρα.

Η τελευταία φορά που αναρωτήθηκα γιατί.
Κάποιοι επιλέγουν να γίνουν ήρωες και κάποιοι άλλοι οι απαγωγείς
αισχροί
δηλητηριώδεις
κακοήθεις.
Η τελευταία φορά που σε αγάπησα.

Η λήθη χάραξε νέους χαρακτήρες
σε μια νέα ποιητική συλλογή
τίποτα πια δεν είναι από τη ζωή μου.

Η πρώτη φορά που
δεν ήθελα να εξαντληθεί το φως της
που μπορούσα να κολυμπήσω σε μια θάλασσα lsd
και να μην ανακατευτούν τα συκώτια μου
ο αυτοκρατορικός σκορπιός με φοβήθηκε
και δεν ξαναήρθε ποτέ δίπλα μου
με μια ανελέητη έκσταση
ξαναγέμιζα λευκές μπουκάλες
ασταμάτητα βαρύ - δίχως παύση κόκκινο -  
που δεν χρειάστηκε να τελειώσει ποτέ τίποτα.
Εκείνη η ώρα που κάναμε έρωτα
αγάπη μου
μέχρι τώρα.
Που δεν υπάρχει χρόνος
εκεί
μαζί σου
σε αγαπώ.

Η οξύτητα του φωτός δεν καίει πια τα λουλούδια
Τίποτα δεν μοιάζει λίγο, τίποτα πιο πολύ
γιατί έτσι το προστάζει πια η καρδιά μου.
Οι ιαχές του πολέμου έσπευσαν για ύπνο.
Οφείλω να ονομάσω του ήρωες της πατρίδας μου.
Δεν επαρκούμε οι δυο μας αγάπη μου
θα έρθω με τους τολμηρούς
για τελευταία φορά
η πόλη θεραπεύεται
από το ιερό και πιστό
άνεμο της νιότης.

πρώτη δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό FRACTAL - Η γεωμετρία των ιδεών:
http://fractalart.gr/anemos-niotis/



21.11.16

ΙΣΟΒΙΑ - Σίσσυ Δουτσίου



































Αμυδρό είναι μόνο το χρώμα της φυλακής
σε οποιαδήποτε απόχρωση το διαλέξει κάποιος -
δυσδιάκριτο. Ασαφές.
Η επιείκεια είναι
                            ξεβράκωτη
μαδημένη από πετρόψυχα έντομα.

Χρήματα, χάπια αποτοξίνωσης, ηρωίνη,
τηλεκάρτες, σερβιέτες, σαπούνια, τσιγάρα, ηρεμιστικά
πάνω - κάτω στο ίδιο σκουριασμένο σύρμα στην ταράτσα μαζί με
την νοσταλγία, την τιμωρία, την απομόνωση, την ανάμνηση
μισοκλείνοντας τα βλέφαρα σε οποιοδήποτε κώλο οποιουδήποτε φύλου.

Γωνίες  σκεπασμένες με αποφάγια
Τεράστια θηλαστικά βαδίζουν αργά και τρώνε τα σκουπίδια
Δεν ξέρω πως βρίσκονται μέσα στο προαύλιο θαλάσσια κήτη
Θάλασσα
Ξηρά
Θάλασσα
Μου λείπει ο ζωτικός  χώρος - αυτή η ζώσα περιουσία του απερίσκεπτου.

Αυθορμητισμός Θάρρος

Θαρραλέα κορίτσια Θαρραλέα αγόρια

Η μυρωδιά της φυλακής είναι απαίσια
ποτέ πένθιμη ποτέ μουχλιασμένη
Ο ήλιος δεν δύει ποτέ σε αυτό το μέρος
Οι κινήσεις των φρουρών τραβάνε το στόμα μου σε τέσσερις κατευθύνσεις
και κάνω μορφασμούς αηδίας.
Τα εγκλήματα της τρίτης πτέρυγας διαφέρουν από τα δικά μου
Εγώ είμαι αθώος
Τα σκεπάσματα είναι μάλλινα χειμώνα καλοκαίρι
 Άντε γαμηθείτε καργιόληδες

7 ημέρες την εβδομάδα
4 εβδομάδες το μήνα
12 μήνες το χρόνο
Το πάτωμα είναι γεμάτο λακκούβες και τρύπες
Οι όροφοι συναντιούνται μεταξύ τους
Από το ένα κελί βλέπεις μέσα στο άλλο
Άλλες χώρες, άλλες πατρίδες, άλλες γειτονιές
Εγώ είμαι αθώος
Δεν φυσάει, δεν λάμπει, δεν ξημερώνει ποτέ εδώ
Υφίσταμαι κρατική βία
Δεν μπορώ να φύγω να πάω πουθενά
Η οικογένεια μου είναι στο μεσημεριανό της τραπέζι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εμένα
Δεν μπορώ να αλλάξω παρέα,
δεν διαλέγω τους φίλους μου,
ίδια γλώσσα άδοξη χωρίς ιστορίες.
Με το ίδιο σώμα δυο χρόνια τώρα
Η ζωή μου λεπτόσωμη
Ο βίος μου ισχνός
Ο εαυτός μου πλήττει με εμένα
Οι τοίχοι κάνουν πολύ θόρυβο
Και το κουδούνι για τη συνάθροιση στο προαύλιο είναι ένας οξύς παρατεταμένος ήχος
Γαμημένοι
Είμαι αθώος

Λατρεύω τη ζωή έξω από εδώ
Τους φίλους μου, την πλατεία, τη νύχτα, τα αδέρφια μου
Όλοι με κοιτάζουν
σαν να είμαι απλά ένας πίνακας ζωγραφικής
άψυχος
ή μια βιτρίνα μεγάλου καταστήματος
άψυχη
Αγένεια και τρόμος.
Άντε γαμήσου μαλακισμένε
Ότι είναι από σίδερο έχει σκουριάσει
και οι γυναίκες από το απέναντι κτίριο ουρλιάζουν από τον πόνο
Ότι χτίστηκε δεν γκρεμίστηκε ποτέ
Ότι δόθηκε δεν το φρόντισε ποτέ κανένας
Δωρεές από πλούσιους πνευματικούς πατέρες
στοίβες βιβλία άχρηστα σε άδεια φρεσκοβαμμένα δωμάτια
Στις γυναικείες φυλακές τα βρέφη κλαίνε ασταμάτητα για ένα χρόνο
Στις τουαλέτες των φυλακών ανηλίκων οι έφηβοι ξυρίζουν τα κεφάλια τους
και σημαδεύουν με κορεάτικα σύμβολα τα σημεία που πονάνε.
Ελληνίδες μανάδες πουλάνε ψυχοφάρμακα για να αγοράσουνε καινούργια οδοντόβουρτσα και χαρτί τουαλέτας.
Οι τσαμπουκάδες γίνονται στους διαδρόμους.
Θέλω να πάρω τον Ορέστη τηλέφωνο
Κάθε πρωί ξυπνάς από το τρίξιμο των κλειδιών
Ένας ήχος που θα τον θυμάσαι για πάντα
Η πρώτη γνωριμία φυτρώνει με ένα σωματικό έλεγχο

Εξόριστοι του εικοστού πρώτου αιώνα
Η εξαθλίωση αναστενάζει ολημερίς στα περβάζια των λευκών κελιών
Η φτώχεια υπάρχει παντού σε κάθε βήμα μέσα στα δωμάτια υψίστης ασφαλείας
Γαμημένοι ξεφτιλισμένοι
Ισόβια ξέρεις τι σημαίνει ισόβια ρε πούστη μου ;
Ισόβια
Είμαι αθώος
Το κορμί αλλάζει μέσα στους πρώτους μήνες
πιο αδύνατο από ποτέ πιο χλωμό από ποτέ
Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο
Οι δεσμοφύλακες οδηγούνται από σκυλιά βουτηγμένα σε λάσπες
Ισόβια σημαίνει φόβος
Και μια απέραντη μοναξιά
Το καλοκαίρι ξεκίνησε φέτος πιο νωρίς
Τα κρεβάτια βράζουν για έξι συνεχόμενους μήνες
Τα μάτια ζεματάνε κόκκινα από τη δίψα και τη ζέστη.

Θα ήθελα να δω τις τράπεζες καμένες, τα υπουργεία πυροβολημένα
και τα κοινοβούλια κατειλημμένα από πανέμορφες γυναίκες, τους καλογυαλισμένους ουρανοξύστες αποξηραμένους στην έρημο των μεγαλουπόλεων, την Αμερική, την Κίνα και τις υπερδυνάμεις της Ευρώπης να ζητιανεύουν έλεος από τις φτωχότερες γειτονιές του κόσμου, τα μάτια των πολιτικών απόλυτα τρομαγμένα.
Θα ήθελα να δω τα βουνά τοξικών αποβλήτων στην Ιαπωνία να μολύνουν τα έντερα των επιστημόνων, τους λιγόψυχους να γδέρνονται από το μανιασμένο ύφος των καταπιεσμένων.
Θα ήθελα να δω τις φαβέλες της Βραζιλίας να γκρεμίζονται σαν απογευματινό παιχνίδι μικρών αγοριών την ώρα του ηλιοβασιλέματος - μια για πάντα - τα κορίτσια και οι γιαγιάδες να ξεχνάνε κάθε πένθιμη ανάμνηση και να χτίζουν κήπους και παιδικές χαρές.

Πάνω από τα φέρετρα των καταπιεστών θα ανεμίζουν μαύρες σημαίες.

Εξέγερση στην Α' πτέρυγα
ακολουθούν οι υπόλοιπες 6  πτέρυγες
ένα νοσοκομείο
ένα προαύλιο και
οι γυναικείες φυλακές απομακρυσμένες
πέρα μακριά
2χλμ από το διοικητήριο.

Ισόβια.

2.10.16

Λευκό Ρύζι / υπό την επήρεια
















Όταν κάτι είναι τόσο όμορφο
Σκέφτομαι τον θάνατο
Λυπάμαι
Γιατί ξέρω πως κάποτε αυτό θα πεθάνει
Δεν θα υπάρχει

Ας μην υπήρχε
Ποτέ αυτή η αγάπη
Ας μην είχα γευτεί
Ποτέ αυτό το ρύζι

Κάθε κόκκος ρυζιού μαγειρεμένος
Με τόση αγάπη που δεν
Ξέρεις πότε θα
Σου προσφερθεί ξανά

.............................................

Τόσο μόνη όσο ένας ορυζώνας
λες και η
ασήμαντη, μικρή, μικροσκοπική
σε αγαπώ
όλοι οι άνθρωποι που αγαπάμε σαν μικρές διάφανες ρίζες ρυζιού, κατάλευκου
σε έναν απέραντο ορυζώνα
όσο και αν φοβάμαι, όσο και αν σε αγαπώ
δεν αλλάζει τίποτα
τίποτα δεν αλλάζει
όσο και αν σε αγαπάω
αυτή θα πεθάνει
εμείς θα κλαίμε
εγώ θα λιώσω
εσύ θα έχεις ήδη πεθάνει
κλαίω
μένω αδύναμη, μόνη, εθισμένη.

...............................................................

Μια φροντίδα που υποκύπτει στο παρόν
Ένα μικρό πιάτο γεμισμένο με ψωμί
Ο άντρας
που προσπαθεί να περιποιηθεί τη γυναίκα.
Το σπίτι τους γεμάτο αγάπη και ασήμαντα ψέμματα.

Τι περίεργο κάθε άμυλο δίχως κρέας μαρτυρεί
τη βιαιότητα
Μαρτυρεί την ωμοφαγία
Ο άνθρωπος εξ άπαντες κρεατοφάγος.
Η γυναίκα
που προσπαθεί να τον δαγκώσει σε ασυνήθιστα σημεία του λαιμού του
και των χεριών του.

..........................................

Δεν κρύβεται πουθενά η ζωή
Δεν κρύβεται πουθενά η ομορφιά

.....................................................................

Αγαπημένε μικρέ
Αγαπημένε μου
Αγαπημένε μου άνθρωπε με τα κομμένα σου μάτια
Αγαπημένε μου μικρέ άνθρωπε με τα κομμένα σου μάτια
Πηδάω τώρα από τον έκτο όροφο
Για να τιμήσω τον φόβο σου

..............................................................

Ένας κόκκος ρυζιού
Ένας κόκκος άμμου
Που μας εμπνέει
Για να αυτοκτονήσουμε
Ένα βαθύ λευκό που μας εμπνέει για να αυτοκτονήσουμε.

..............................................................................................




21.9.16

Ανέκδοτα Ποιήματα (1998-2003) Η ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΗ ////////// Σίσσυ Δουτσίου


































Ταξίδι στο χρόνο με μυστικές
εξομολογήσεις ανάμεσα σε γυναίκες
και πεθαμένες γοργόνες
Η μοναξιά της θάλασσας επί μήνες
Νίκη Δελλή μόνη στο ελληνικό πέλαγος
Λία Σαρρή μόνη της για έξι μήνες στον ωκεανό
Μυρτώ Ντέλλη ειρηνικός ωκεανός
Αθηνά Γεωργίου ατλαντικός ωκεανός.
Xλωμά χείλια καπνίζουν
πίνουν αλκοόλ, βρίζουν
και φτύνουν ξημερώματα τον πόνο τους
επάνω σε ένα στοιχειωμένο κατάστρωμα.
Γάμπες χοντρές χορεύουν με ναύτες και πόρνες
σε μακρινά λιμάνια στην Ασία
Όμορφα πρόσωπα ζωγραφισμένα σε μυς
και άλλα τόσα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας
τα σύννεφα γίνονται τοπία με σκηνές βίας
σε έναν κινηματογραφικό ουρανό
Δράκοι σκοτώνουν κορίτσια
τεράστια αιλουροειδή γευματίζουν
άντρες με πλούσιο στήθος κάνουν έρωτα σε αφέντρες
Τώρα
παχιά μπούτια λερωμένα με γράσο
αντέχουν τη βρώμικη γλώσσα
τις φαρδιές ζώνες γύρω από παντελόνια
τις γυρισμένες ωμοπλάτες
το ίδιο και ο καπνός - αγορασμένος από την Αφρική
ένας θησαυρός απών

Κάθε φορά μια καταιγίδα που δεν  -
την περίμενε κανένας -
ειδικά αυτή - αυτή η μαύρη σκύλα -
η κοκκινομάλλα ιρλανδή
η ξανθιά αγγλίδα
αυτή που θέλουν όλοι οι άντρες και όλες οι υπόλοιπες γυναίκες
να γαμηθούνε μαζί της
αυτή που αντέχει κάτω από μαύρα σύννεφα
να στέκεται όρθια - ντυμένη όπως τότε -
Αυτή η βρωμιάρα με το άγριο βλέμμα
και τα σχιστά μάτια
κρυμμένα πίσω από το μελαχρινό δέρμα της
αυτή
με τα λερωμένα ρούχα από τη δουλειά
λάσπη, νερό, αλάτι, αίμα, λάδι
αυτή που σε κοιτάζει καθώς εσύ φεύγεις
σου τρώει τις τελευταίες σου λέξεις για να σε προειδοποιήσει
δεν σε αφήνει να την ξευτιλίσεις δημοσίως
αυτή που σου φέρνει μια φίλη της με λευκό δέρμα και μακριά μαλλιά
να ξαπλώσετε μαζί το βράδυ
η μεθυσμένη
η βωμολόχα
η άθρησκη
η ψεύτρα

Κάθε βυθισμένο καράβι
ρητορεύει με βραχνιασμένη φωνή
δεν υπάρχουν λένε πειρατές
δεν τους πιστεύει κανείς
δεν υπάρχουν
γυναίκες με μαχαίρια μέσα στα εσώρουχα τους
-λένε-

δεν ξέρουν

Αυτή είναι εδώ
με ουλές στα μπούτια της
σημάδια γύρω από τις ρόγες της
ξαπλώνει στο κρεβάτι  της με όποιον θέλει και
όποια θέλει την γλύφει - της φιλάει το στόμα
και την δένει στην προβλήτα της
Αυτή έχει δικιά της σημαία
με το δικό της οικόσημο
μια μήτρα - έναν σκελετό μονάχα με μια μήτρα -

Αυτή η πρόστυχη
αυτό το ωραίο μουνί που τολμούσε
τολμούσε τόσο πολύ
που μπροστά της όλα τα θαρρετά του κόσμου
πολλαπλασιάζονταν
Αυτή η λευκή παχουλή κοιλιά
που χειροκροτούσε σε πρόστυχα σχόλια
με θράσος πολύ
μόνο και μόνο για να πιεί περισσότερο ρούμι και παλιό κρασί

Αψήφησε αγάπη και θάνατο μαζί
δεν κατάφερε να βρει ένα ταίρι
κάποια σώματα να μοιράζεται
αυτή τη γνωστή αγκαλιά - αυτή την αγκαλιά που σε ζεσταίνει όταν
τα ρούχα σου είναι τόσο βαριά μουσκεμένα από την υγρασία
και δεν έχεις το κουράγιο να γδυθείς και να τα στύψεις -
αυτή την αγκαλιά που σου ρουφάει όλα τα περιττά υγρά από πάνω σου
Έζησε παρόλα αυτά πολλά χρόνια
όσο χτυπούσε η καρδιά της είχε τη φήμη της
γυναίκας
της γυναίκας που λατρεύει να ταξιδεύει
της γυναίκας που λατρεύει να βρίζει και να χουφτώνει σφιχτούς κώλους από νεαρές πόρνες
της γυναίκας που τα δάχτυλα της είναι χοντρά για να μπορεί να απολαμβάνει περισσότερο πόνο από τις άλλες όταν τα βάζει μέσα της
της γυναίκας που είναι όμορφη
της γυναίκας που είναι παχουλή με λευκή σάρκα και αντρικά ρούχα
της γυναίκας που της αρέσει να πηδιέται με πολλούς άντρες συγχρόνως
Είχε τη φήμη της αιώνιας καύλας
που προσπερνάει τους ωκεανούς μέσα σε ένα μήνα και διαλέγει
30 πολιτισμούς για να μεθύσει μαζί τους -
προσκυνάει σαμανικά ιερατεία
Βόρεια Αμερική, Σιβηρία, Ινδονησία, Ωκεανία
είχε τη φήμη ότι
λατρεύει ποιητές που περιφέρονται στον κόσμο των πνευμάτων
ότι αντέχει στον πόνο - έχει μέγιστη αντοχή στον πόνο  -
και υφίσταται τραυματισμούς

Αυτή είναι
αυτή
η γυναίκα που
δεν διάβασε ποτέ της κανένα αλφάβητο
μόνο πρόφερε τις συλλαβές και τους φθόγγους
με ένα ψεύδισμα που ξεσήκωνε τους πάντες ακόμα και
τα ερμάρια στο δωμάτιο της
- τρίβονταν επάνω τους όταν δεν την έπαιρνε ο ύπνος
μέσα στο απόλυτο σκοτάδι -
γνώριζε όμως όλους τους δικαστές, τους εμπόρους, τους τοξικομανείς, τους καταδιωγμένους  συγγραφείς
Ένα καινούργιο ποίημα οι συναντήσεις μαζί τους.

Όλες / Όλοι την θαύμαζαν
άφησε το σαρκίο της κρεμασμένο από ένα βαρύ μεθύσι
στο κατάρτι ενός ξένου πλοίου
της έφτιαξαν μια σχεδία από φτηνό ξύλο
έδεσαν μαζί πολλούς κορμούς
με χοντρά σχοινιά
την έβαλαν επάνω την έδεσαν
αυτή
αυτή που τώρα είναι με κλειστά τα μάτια της
με ξεραμένα δάκρυα
αυτή
τα στήθια της ήταν γεμάτα αγάπη για το ανεπάντεχο
αυτή
τα χέρια της είναι γεμάτα σημάδια από ελβετικούς σουγιάδες
τα εσώρουχα της δεν έχουνε καμιά σημασία
δεν έχει καμία σημασία τι χρώμα είναι
είναι φτηνιάρικα και πια πεθαμένα
κάψανε μαζί της όλα τα βρακιά της
δεν θέλανε να έχουνε τίποτε από δαύτη στο καράβι τους.
Αντίο επικηρυγμένη
διαβόητη
Πηνελόπη Ρις.
Θα γραφτούνε πολλά ποιήματα για εσένα.

2.8.16

Ένα Υπέροχο Πρωινό | Σίσσυ Δουτσίου | Τα Ποιητικά τεύχος 20

Το ποίημα "Ένα Υπέροχο Πρωινό " από την ποιητική συλλογή 
"Προσβολή Δημοσίας Αιδούς" εκδόσεις κενότητα δημοσιεύτηκε στο 
Τριμηνιαίο Περιοδικό Ποίησης από τις Εκδόσεις Γκοβόστη  
Τα Ποιητικά στο τεύχος 20























 

  

Ένα υπέροχο πρωινό

Ένα υπέροχο πρωινό
που η αγαπημένη σου
αδειάζει όλους τους φόβους της επάνω σου.
Ένα υπέροχο πρωινό
που η αγαπημένη σου
έχει συνεχώς κλειστά τα μάτια της
και αλλάζει, αλλάζει συνεχώς η φωνή της, 
αλλάζει, αλλάζει το χρώμα των ματιών της, 
μεταφορτώνεται σε εκείνο το υπέροχο τέρας
που καταβροχθίζει
τις ηλιαχτίδες του ήλιου,
που καταβροχθίζει
τα παθιασμένα γλωσσόφιλα.

Δεν έχει μείνει τίποτα από την αγαπημένη σου...
Μόνο ένα τέρας,
ένα τέρας που βαριανασαίνει,
ένας αναστεναγμός και ένα ουρλιαχτό
που γεμίζουν το δωμάτιο
και σε εξαφανίζουν.
Χαθήκαν τα συναισθήματα που υπερβαίνουν
την έκσταση και την αγάπη
τη θέση τους πήραν ουρλιαχτά
μέσα στα πιο σκοτεινά δωμάτια.
Eϊ… είμαι ακόμη εδώ…
ας έχουν ασπρίσει οι άκρες των χεριών μου
ας έχω χτίσει την βουκολική σπηλιά μου
μέσα στο σπίτι μας
είμαι ακόμη εδώ… εδώ…
Μερικές φορές η αγάπη δεν είναι αρκετή

Μερικές φορές τίποτα δεν είναι αρκετό.

Το τεύχος, συν τοις άλλοις, περιλαμβάνει τα κάτωθι:

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ ΑΡΘΡΟ
Νόρα και Μανόλης Αναγνωστάκης
Μία επιστολή και μία κάρτα από το αρχείο Γιώργου Σεφέρη
Μαρτυρίες για την πρόσληψη της συλλογής
Τρία Κρυφά Ποιήματα (1966)
Φιλολογική επιμέλεια, παρουσίαση: Βασιλική Κοντογιάννη

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
William Rowe
Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς

W. H. Auden: Musee des Beaux Arts
Μετάφραση: Γιώργος Αλισάνογλου

CHARLES BAUDELAIRE: Τέσσερα Ποιήματα
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Σύγχρονη τουρκική ποίηση: Μεσούτ Σενόλ
Μετάφραση: Χρύσα Σπυροπούλου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
Συζήτηση με την Τιτίκα Δημητρούλια

ΑΠΟΨΕΙΣ
Καβαφικά
Γιώργος Νίκας

– Διαβάστε περισσότερα στο:

25.5.16

Φτηνό Δωμάτιο Ξενοδοχείου






















Καμία ανάμνηση
Μονάχα μια σφιχτή αίσθηση

Το παρόν σβήνει άτακτα,
δεν ρωτάει κανέναν τίποτα
δεν θυμάται τι ώρα είναι.

Εκείνη θυμάται την χλωμή αδυναμία που είχε το σώμα του -
πρέπει να σωθεί από ένα φόβο που προσπαθεί να την πνίξει.

Ένα παρόν που γεννιέται
τελικά
μόνο στο σώμα του.

Ένας άνδρας
Ευκίνητα χείλη
Ξανθά μαλλιά
Κόκκινο στρας
Γυμνό σώμα
Φτηνό δωμάτιο
Και μια μικρή χαλασμένη τηλεόραση
Μια άρρωστη φροντίδα

Το καλοκαίρι τελειώνει
έχει βρέξει αυτές τις μέρες πολλές φορές
πώς να αντέξει το κρύο που θα τυλίξει
όλη την πόλη τους επόμενους μήνες.





19.5.16

Hμερολόγιο 2






























Άγγλοι, Δανοί, Τούρκοι, Ολλανδοί, Ινδοί όλοι τους παιδιά υψώνουν τα χέρια τους ανάμεσα στο βραδινό αέρα και τραγουδάνε όλοι μαζί. Οι χίπηδες υπάρχουν ακόμα και σίγουρα μπορείς να τους βρεις όλους μαζί στην Γκόα. Γιαπωνέζοι τραβέλια ντυμένοι μάγοι, Φιλανδές δεκαοκτάχρονες ταξιδεύουν μόνες τους Βιετνάμ – Λάος – Ταϋλάνδη. Ιστορίες από όλο τον κόσμο μαζεμένες σε μια πρώην πορτογαλική αποικία. Αφήνουμε πίσω μας τη Νότια Ακτή. Καινούργιος προορισμός Hampi. Πρώτη στάση Bangalore. Τεράστια πόλη. Υπερπληθυσμός. Ο καπιταλισμός καταστρέφει τα πάντα σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη. Αυτοκίνητα, λεωφορεία, τρίκυκλα οχήματα, αγελάδες, καπνοί από φρέσκα καμένα σκουπίδια, χρωματισμένοι ναοί του Hanuman. Άντρες, γυναίκες κυκλοφοράνε με καλυμμένα τα ρουθούνια τους από λινό, μακό ή μετάξι για να εισπνέουν λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα. Ταινία επιστημονικής φαντασίας γυρισμένη το 1100 π.χ. Μαθητές ξυπόλυτοι αλαλάζοντας μέσα σε αυλές στους στενούς δρόμους. Υπερσύγχρονοι φωτισμοί. Ο προγραμματιστής του Hotmail κατάγεται από το Bangalore. 
Το χάσμα μεταξύ πλούτου και εξαθλίωσης εξοργίζει κάθε νευρολογικό σου κύτταρο. Μίσος ταξικό παντού. Αυτή τη χρονιά κυβερνάνε Ινδουιστές φασίστες. Οι κάστα των ανέγγιχτων Νταλίτ είναι σαν φαντάσματα που προσπαθούν να σε αγγίξουν. Η πείνα μουρμουρίζει ύμνους και υποκρίνεται με χαμόγελο. Όλοι λένε ότι οι ανέγγιχτοι είναι ευτυχισμένοι. Εγκληματικότητα δεν υπάρχει. Οι θυμός, οι δυνατές φωνές και οι απότομες κινήσεις δεν επιτρέπονται σε ολόκληρη την επικράτεια λόγω υπερπληθυσμού. 
Εξασκούνται όλοι στην υπομονή. Η ιστορία εξελίσσεται μπροστά στα μάτια σου. Ιερές ελεφαντίνες, νεόκτιστοι ναοί του Ganesh, λειτουργίες με εκατοντάδες μουσικά όργανα και χιλιάδες πέταλα λουλουδιών μέσα σε ανανάδες και μάνγκο προς τιμή των θεών. 
Σταθμός λεωφορείου. Πλαστικές πινακίδες, υπόνομοι, βαλίτσες. 12 ώρες μέσα στο λεωφορείο, 20 ώρες μέσα στο τρένο από προορισμό σε προορισμό. Καμπίνες με κρεβάτια και κουρτίνες. Δεν έχει θέσεις, μόνο βυσσινί στρώματα επάνω από τις ρόδες. Οι στροφές του δρόμου είναι τρομακτικά απότομες. Βυθίζομαι στον ύπνο, στη δική μου κούραση για να ξυπνήσω όταν φτάσουμε στον επόμενο σταθμό του ταξιδιού. Kajuraho, Orcha, Bodhgaya, Varanasi.
Η ιστορία παραμένει χαραγμένη στα μνημεία. Κάποτε το Hampi ήτανε μια από τις πιο πλούσιες και μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου. Ξεκινώντας από τον τρίτο αιώνα προ- χριστού μέχρι σήμερα. Περπατώντας επάνω στο σκορπισμένο βασίλειο του Ασόκα, μπαίνοντας μέσα στα δημόσια λουτρά και ξεκουράζοντας στα σκιάδια που είχαν χτισθεί για να αναπαύονται οι μαϊμούδες και οι ελέφαντες. Οι αιώνες ερωτοτροπούν μεταξύ τους. Οι μουσουλμάνοι κρύβονταν πίσω από αμυντικούς λόφους μέχρι το 1565. Ινδουιστικοί ναοί ζωγραφισμένοι με μυθολογικά έπη. Ένας ζωντανός γέροντας ιερέας εξαφανίζει το κάρμα ρίχνοντας νερό από το ποτάμι στον κόρφο σου.O Σίβα και ο Κρίσνα μεθάνε όλο τον κόσμο με τους πιστούς τους.
Πολύ ζέστη. Όλο το μεσημέρι ατενίζοντας τον καύσωνα πάνω από ορυζώνες. Οι ερωδιοί αγκαλιάζουν τα περίφημα μωβ βράχια. 
Ένα ταξίδι υπομονής. Αντιμετωπίζοντας το ανεπάντεχο. 
Γνωρίζοντας τη σημασία του κάθε συμβόλου που κρατάει ο κάθε θεός στα χέρια του το άγνωστο μεταφράζεται σε πνευματική εμπειρία και οι δυσκολίες στην κατανόηση ενός διαφορετικού πολιτισμού.

ΙΝΔΙΑ 2016 

19.2.16

Ημερολόγιο Ινδία




















Ο Αραβικός Ωκεανός σκεπάζει τα πάντα ακόμα και τα σπασμένα κομμάτια της  άμμου. Ινδικοί κοκκοφοίνικες σκιάζουν όλο το μήκος της αχανούς παραλίας. Μαχαράστρα. Κλίμα τροπικό και η Ευρώπη μεταξύ -4 και +14 βαθμούς κελσίου. Τα παραθαλάσσια χωριά χωρίζονται σε δυο παράλληλες σκηνές. Την θάλασσα και τον δρόμο. Την θάλασσα και το χώμα. Την αλμύρα και το τσάι. Το φρούριο των πειρατών Siddis δεν κατακτήθηκε ποτέ από το 1140. Απέναντι από την κάμαρα μου ινδοί πειρατές με ράστα ληστεύουν εμπορικά πλοία και πουλάνε τα απαλλοτριωμένα στα λιμάνια της Αφρικής. Μετάξι, καπνό, κάρυ.  Σπίτια αποικιοκρατών Πορτογάλων, φημισμένοι θαλασσοκυνηγοί, άσημοι πρίγκιπες ενοικιάζουν φθηνές κρεβατοκάμαρες.






















Ένας γαλάζιος θόλος, ένα διπλό στρώμα που γυμνάζει το σώμα και το γεμίζει μελανιές το πρωί, ένα μεγάλο παράθυρο σε σχήμα ορθογωνίου, μια ξύλινη πόρτα με μεντεσέδες, μαρμάρινο μπαλκόνι, ένα σκαλοπάτι και χώμα. Οχτώ σκυλιά και δυο γάτες. Μια αυλή μόνο για εμάς με μόνο ορίζοντα την απεραντοσύνη.

















Μουσουλμάνοι, βραχμάνοι, ινδουιστές. Ο  θαυμασμός νανουρίζει την κάθε σπιθαμή του σώματος μου. Λίγοι κολυμπούν. Το απόγευμα η ακτή γεμίζει με λευκά και γαλάζια πουκάμισα. Ο δρόμος φωσφορίζει, το μόνο που ακούγεται ο ωκεανός. Τρεις γυναίκες με κορμούς  δέντρων στην κεφαλή τους.  Το απόγευμα τα σκυλιά κατεβαίνουν στην παραλία, ο αέρας ξεκινάει και οι γιαγιάδες πουλάνε γάλα καρύδας.

Θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου για πάντα εδώ. Το μόνο που χρειάζομαι είναι αυτή την κάμαρα. Ο καθένας προσφέρει ένα μέρος της φαντασίας του στον τόπο όπου ζει. Μια αναιδής ευφροσύνη που απέχει παρασάγγας από κάθε ανυπόφορο πειρασμό καθαριότητας και πλούτου. Η νύχτα είναι ευσπλαχνική και το υγρό φεγγάρι εθιμοτυπικά μας ξεκουράζει.

"Ω! Απόκρυφον!¨" από τις Εκδόσεις Κενότητα

"Ω! Απόκρυφον!¨" από τις Εκδόσεις Κενότητα 
σε ένα μήνα σε συγκεκριμένα σημεία και βιβλιοπωλεία

6.12.15

AΒΥΣΣΟΣ στη Σάρα Κέιν


















Μόνη μου
Ένα ξεριζωμένο δέντρο
Αιώνες τώρα μόνη μου
Όλοι οι φίλοι μου έχουνε πεθάνει
Όλοι έχουνε σβήσει
όπως θα σβήσω και εγώ.
Μόνο ο θάνατος μου αξίζει
Ένα γερό ξύλο στο πρόσωπο μου -
σε όλο μου το πρόσωπο.
Το πρόσωπο μου ματωμένο
Νοιώθω τόσο μόνη
που θέλω κάποιον να με δείρει για τη δική του μοναξιά.

Πεθαίνω, σήμερα πεθαίνω
μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο
πεθαίνω. Μη φοβάσαι. Κοίτα. Κοίταξε με
έτσι όπως είμαι. Άγρια, άσχημη, γριά
μέσα σε ένα άσχημο σώμα.
Ένα άσχημο σώμα όλο δικό σου.
Πάρτο και σκίστο. Κόψε με στα δυο
σαν ένα ζώο και γδάρε με.
Γδάρε με ζωντανή.
           Δεν πονάω.
Θέλω να νοιώσω για λίγο
αυτό το άσχημο σώμα
να κλαίει.
Πεθαίνω. Μέσα μου. Μόνη  μου.
Όλοι απόμακροι
         στα δικά σας έπιπλα
                       στις δικές σας συνήθειες 
                                  στα δικά σας αγαθά.

Μισώ την αγάπη
          την φιλία
          την παρέα.
Εμένα δεν μου έμεινε τίποτα
Μόνο ο θάνατος μου, κοντά μου.
Για εσάς ο θάνατος σημαίνει γεράματα
ή κάποιο ξαφνικό ατύχημα ή μια αρρώστια.
Για εμένα ο θάνατος είναι το παρόν μου
το τώρα μου.
Τώρα πεθαίνω. Μην κλαίς.
Έπρεπε να είχες έρθει
                                    πιο νωρίς
                                    χρόνια πριν
                                    που ακόμα περίμενα.
Βαρέθηκα να περιμένω
Βαρέθηκα να αγωνίζομαι για να ζω
Πεθαίνω, τώρα!

Άλλη μια νύχτα στο σκοτάδι, μόνη μου.
Άλλη μια νύχτα φοβισμένη.
Τα μάτια μου,
ανοίγουνε τις κόρες τους και κλαίνε.
Φοβάμαι
Δεν ελπίζω σε τίποτα
Καταφέρατε
και ήπιατε το αίμα μου
καταφέρατε και ήπιατε τον πόνο μου
με αφήσατε στεγνή, μόνη -
με έναν οδυρμό να με κοιτάζει, με μελανιές
πάνω στο σώμα μου.
Όλο  μου το σώμα κομμένο μπροστά σου
και εσύ πουθενά,  
κοιτάζεις γύρω σου να με δεις
και τρομάζεις.

Η αδερφή μου, η μάνα μου, η αγάπη μου
έχουνε πεθάνει.
Όλο μου το δωμάτιο
ψυχρό, ένα δωμάτιο λευκό
άσχημο όπως εγώ.
Ο θάνατος μου θα σας έκανε ευτυχισμένους.
Τώρα, εγώ πεθαίνω γιατί θέλω να πεθάνω, να ηρεμήσει ο νους μου. Δεν αντέχω. Με πονάνε τα μάτια μου, τα πόδια μου, η κοιλιά μου, τα σωθικά μου. Πονάω, δεν αντέχω άλλο αυτό τον πόνο. Δεν αντέχω άλλο αυτό τον φόβο. Με θέλετε νεκρή.
Ο θάνατος με επισκέπτεται
κάθε μέρα, κάθε δειλινό, κάθε νύχτα
με ακολουθάει. Μου τον έχετε αγοράσει,
από μόνοι σας. Μου τον έχετε πάρει δώρο
για να μου κρατάει παρέα γιατί εσείς
δεν μπορούσατε να είστε εδώ.
Κάθε νύχτα είναι η τελευταία.
Όλα δικά σας. Θέλετε να είστε ευτυχισμένοι.
Θα  πνίξω τον εαυτό μου.
Δεν κοιτάζω κανένα στα μάτια.
Έχουνε βάλει παντού κάμερες και με παρακολουθούν.
Έχουνε κρύψει κάμερες μέσα στο δωμάτιο μου και
μικρόφωνα για να με παρακολουθούν.
Δεν έρχεται κανένας να με δει.






















Άλλη μια νύχτα. Έχω αποφασίσει
να πεθάνω. Ξέρω πως θα πεθάνω.
Θα κόψω τις φλέβες μου και θα
καταπιώ όλα τα φάρμακα που έχω στα συρτάρια.
Πρέπει να το οργανώσω καλά. Γιατί αυτή
τη φορά θέλω να πεθάνω. Εσείς μου βάλατε μέσα μου το θάνατο
με τις σύριγγες των διάφορων ιατρείων.
Εσείς πήρατε τις φλέβες μου και τις γεμίσατε με παραισθήσεις.
Φοβάμαι, δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται.
Ήμουνα πολύ καλό κορίτσι.
Ντροπαλή, απλώς δεν ήθελα να τα κάνω όλα όσα μου είπες πατέρα. Δεν ήθελα να είμαι επιτυχημένη, δεν ήθελα να έχω λεφτά. Δεν τα κατάφερα. Δεν κατάφερα τίποτα. Το μόνο που έχω καταφέρει είναι να έχω αυτό το ψυχρό δωμάτιο γεμάτο πόνο, άδειο. Ο πόνος μου αδειάζει όλο το δωμάτιο. Όλα τα έπιπλα αιωρούνται και εγώ κρατιέμαι από τα δοκάρια, από τα πόρτες. Σας μισώ όλους που με αφήσατε μόνη μου, γιατί είμαι άσχημη. Γιατί σχεδιάσατε τη δολοφονία μου. Μην με αφήνετε μόνη μου. Γύρνα  πίσω. Θέλω να σε δω και εσύ δεν είσαι πουθενά. Ίσως σήμερα έρθεις. Ίσως σήμερα έρθεις να με δεις. Μιλάω συνέχεια στον εαυτό μου, όπου και να είμαι μιλάω μόνη μου συνέχεια. Ακούω κάποιον συνέχεια να φωνάζει βοήθεια. Πρέπει να τον βοηθήσω. Δεν υπάρχει κανένας πουθενά. Που είσαι; Ίσως είμαι εγώ. Ίσως έχω πεθάνει και φωνάζει το πτώμα μου ακόμα για βοήθεια. Έχω ήδη πεθάνει και το μυαλό μου φωνάζει για βοήθεια. Τα κόκκαλα μου φωνάζουν βοήθεια.
Το πληγωμένο μου σώμα φωνάζει βοήθεια. Τα κόκκαλα μου τρύπια, με έχουνε φάει όλοι οι νεκροί.
Όλοι οι νεκροί με έχουνε φάει. Βοήθεια.
Δεν θέλω να πεθάνω. Το πένθος είναι αρρώστια.
Το πένθος είναι αρρώστια.
Φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσω να ζήσω. Δεν μπορώ να ζήσω δίχως εσένα. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, χωρίς την αγάπη, χωρίς εσένα που σε αγάπησα. Μου λες ψέμματα. Όλοι ψεύδονται. Κρυώνω. Πονάει η κοιλιά μου. Δεν μπορώ άλλο να πονάω, νομίζω πως πεθαίνω. Πρέπει να πεθάνω μόνη. Πρέπει να πεθάνω. Σου αφιερώνω το θάνατο μου αγαπημένε. Και σε όλους αυτούς που με δολοφόνησαν αφιερώνω τα νεκρά μου μάτια. Σε αγαπώ.

Δεν ήρθες ούτε εχθές. Σε περίμενα. Δεν ήσουνα εκεί, σε περίμενα. Σε αγαπώ και όλο κάθε μέρα τρώω λίγο από το δέρμα σου. Σε πονάω. το ξέρω ότι πρέπει να σε αγαπώ πιο πολύ - για αυτό έφυγες. Θέλω να με αγκαλιάζεις, να μου χαμογελάσεις, να μου πεις ότι είμαι όμορφη. Δεν έχω κανένα – κανένα. Θέλω να ουρλιάξω. Σε μισώ. Φύγε. Δεν έχω ανάγκη κανένα.
Μόνη μου είμαι ασφαλής. Μόνη μου μπορώ να επιλέξω εγώ το θάνατό μου. Εσύ συμφώνησες με τους γιατρούς.
Αφήνομαι ελεύθερη στα χέρα σας. Να κάνουμε αυτό που θέλετε. Είναι πρησμένα τα χέρια μου. Τα αφήνω δικά σας.Πάρτε το σώμα μου. Γιατρέψτε με. Θέλω θεραπεία.
Για αυτό έχω έρθει εδώ. Φοβάμαι τον εαυτό μου. Γιατί;
Εγώ το μόνο που έχασα ήτανε η αγάπη μου. Είσαι εδώ μέσα στο δωμάτιο, σε βλέπω – φύγε . Είσαι ένα απαίσιο τρομακτικό τέρας. Κρυώνω. Φοβάμαι. Πονάει όλο μου το σώμα. Μου λείπεις, θέλω να με αγκαλιάσεις. Σφίξε με, σε παρακαλώ. Σφίξε με.
Μην ξαναφύγεις.
Πρέπει να βρω ένα σίγουρο τρόπο να πεθάνω.
Θα καταπιώ όλα τα αντικαταθλιπτικά και τα ηρεμιστικά.
Αυτό θα κάνω. Πολλά μαζί. Θα νυστάξω, θα πεθάνω κοιμισμένη.
Δεν θέλω να πονέσω άλλο καθώς θα πεθαίνω. Πέρυσι, είχες έρθει μαζί με τους γονείς μου. Τώρα, έχεις φύγει μακριά.

Το μυαλό μου είναι άδειο. Τίποτα από ότι σκέφτομαι δεν με κάνει χαρούμενη. Ήθελα να ήσουνα δίπλα μου – συνέχεια.
Να με αγαπούσες. Σε θυμάμαι, που ήρθες όμορφος, γεμάτος χαρά, που με αγκάλιασες, που αγκάλιασες τη μητέρα μου.
Και τώρα έχεις πεθάνει. Και η μητέρα μου έχει μείνει μόνη της. Νοιώθει μόνη της. Είναι μόνη της. Κανείς δεν μπορεί να τη βοηθήσει. Θέλω να με αγκαλιάσεις, μου λείπει η αγκαλιά σου. Το κορμί μου είναι άδειο. Πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Θυμάμαι πως έφυγες, κρυφά. Έφυγες όρθιος, πίσω από μα καταραμένη πόρτα. Μάζεψες το σώμα σου και σηκώθηκες όρθιος. Όλα ίδια για εμένα – όπως τότε που με άφησες. Από τότε δεν έχω κάνει τίποτα.
Έχω αδειάσει όλο μου το δωμάτιο και έχω κρεμάσει παλιές φωτογραφίες. Η αγάπη πεθάνει και εγώ φοβάμαι .

Οι μόνοι άνθρωποι που μου έχουνε μείνει. Οι μόνοι φίλοι που μου έχουνε απομείνει. Η τρέλα και η θεραπεία. Από αυτές τις δυο δεν εμπιστεύομαι καμία. Για αυτό σήμερα πρέπει  να πεθάνω. Τρομαγμένη. Όλοι με έχουνε προδώσει.
Σήμερα αποφασίζω να πεθάνω. Όλοι με άφησαν μόνη μου – να σαπίζω σε ένα παγωμένο δωμάτιο. Θυμάμαι για ποιό λόγο είμαι εδώ. Αλλά δεν θυμάμαι πως έφτασα ως εδώ. Με τρομάζει που όλοι έχουνε επισκεπτήριο  και εγώ δεν έχω κανέναν να έρθει να με δει. Κρυώνω, τρέμω. Πολλές φορές σκέφτομαι να με περιποιείσαι. Θέλω την αγκαλιά σου. Λυπήσου με, δεν αντέχω τη ζωή χωρίς εσένα. Κάθομαι ώρες μέσα στη τουαλέτα και σκέφτομαι τρόπους να πεθάνω. Να δώσω τέλος σε αυτό το μαρτύριο. Υποφέρω. Με πονάει το κρανίο μου. “Η ασθενής δεν τρώει. Ισχυρό άγχος. Καμία διάθεση.”

Όλοι ο συγγενείς των άλλων με κοιτάζουν, με παρακολουθούν. Όλοι κάθονται και με παρατηρούν από κάμερες ασφαλείας. Έχουνε σχέδιο να με σκοτώσουν. Περισσότερο. Θέλω να τους σκοτώσω κα μετά θα σκοτώσω τον εαυτό  μου. Θέλω να τους σφάξω έναν – έναν για κάθε πόνο. Είμαι στο δωμάτιο μου.      Δεν ξέρω ίσως είμαι στο δικό σου δωμάτιο. Όλοι οι τοίχοι είναι ίδιοι. Χρειάζεται πολύ θάρρος για να πεθάνω. Όλος ο θάνατος μου είναι δικός μου και δικός σου. Τον χαρίζω στον αγαπημένο μου. Σου δωρίζω τη μοναξιά μου, το κενό μου, τη μελανιασμένη μου καρδιά, το μελανό μου σώμα, την αρρώστια μου.
Αντίο μητέρα.



















Δεν αντέχω τόση μοναξιά. Δεν αντέχω τόσο πόνο. Φίλοι που δεν υπάρχουν πια. Ο καθένας στη δική του ψυχιατρική κλινική. Με τρομάζει γιατί κανένας δεν έχει ψυχή. Πρέπει να έχεις ψυχή για να θελήσεις να τη θεραπεύσουν. Εγώ δεν έχω τίποτα. Η καρδιά μου είναι μελανιασμένη, δεν έχει απομείνει τίποτα. Ένας αβάσταχτος πόνος. Μια καρδιά που πονάει. Κρυώνω. Πονάει το στομάχι μου. Μόνο εσένα θέλω να με αγκαλιάσεις λίγο, να με σκεπάσεις. Σε είχα ανάγκη, σε έχω ανάγκη. Σε αγαπώ και χάνω τον εαυτό μου. Δεν ξέρω ποια είμαι, δεν ξέρω πώς να χειριστώ αυτό τον τρόμο. Με τρώει ζωντανή ο πόνος μου. Σε μισώ που με άφησες εδώ μόνη μου. Για εσένα, ο θάνατος μου είναι δικός σου. Γιατί ποτέ δεν κατάφερες να με αγαπήσεις.

Τη σημερινή ημέρα την αφιερώνω στα παιδικά μου χρόνια
και σε όλους αυτούς που δεν άντεξαν και αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν. Όπως εγώ σήμερα. Σας παραδίδω το σώμα μου. Να το φάτε. Κρύο, άρρωστο, λεπτό. Ο πόνος δεν είναι καθόλου νόστιμος. Είναι πικρός, αηδιαστικός όπως το σώμα μου.
Γύρνα πίσω, σε παρακαλώ. Μη με αφήνεις μόνη μου. Πονάω. Σήμερα πονάω τόσο πολύ που δεν μπορώ να κρατήσω  τα μάτια μου ανοιχτά. Σε αγαπώ. Είσαι η ζωή μου. Δεν έχω ζωή πια.

Γράφω σε εσένα πάλι. Ξανά με πιάνει αυτή η επιθυμία που δεν μπορώ να κάνω τίποτα παρά μόνο να πεθάνω. Κρυώνω πολύ. Νοιώθω τόσο μόνη. Νοιώθω πως τίποτα δεν έχει νόημα. Έχεις πεθάνει και θέλω να σε συναντήσω. Δεν αντέχω μόνη μου.
Δεν έχω κανέναν. Φοβάμαι. Μου λείπεις. Είναι αβάσταχτο ότι δεν μπορώ να σε ξαναδώ. Ποτέ - πια. Δεν έχω κανέναν. Μόνο εσένα που έχεις πεθάνει.

Μακάρι να διαβάσεις όλα αυτά που έχω γράψει για εσένα.
Δεν μπορώ να αγαπήσω κανέναν. Μου λείπεις.
Πως μπορείς να με έχεις αφήσει μόνη μου. Μου λείπει το σπίτι μου, το δωμάτιο μου. Οι αναμνήσεις μου. Δεν έχω σπίτι. Φοβάμαι. Σε φαντάζομαι πολλές νύχτες να με αγκαλιάζεις.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σε έχω ανάγκη. Η τελευταία αγκαλιά σου περιφέρεται πάνω στο σώμα μου και με καίει.
Με καίει το σώμα σου. Μου λείπεις. Έχεις φύγει για πάντα.

Αγαπημένε μου, το ξέρω ότι αν πεθάνω θα έρθεις.
Θα σε περιμένω. Ο θάνατος είναι η λύτρωση για εμένα.
Ο μόνος τρόπος για να γλυτώσω είναι ο θάνατος. Πονάω που σε έχω χάσει. Ήθελα να ζήσουμε πολλά μαζί. Ήθελα να είμαι η γυναίκα σου. Ήθελα να με αγκαλιάζεις συνέχεια. Εγώ είχα μόνο εσένα.  Όλοι οι άλλοι έχουνε πεθάνει γύρω μου. Δεν μου φτάνει τίποτα πια. Φοβάμαι, δεν μπορώ να βλέπω πλέον κανέναν.
Δεν μου επιτρέπεται η έξοδος πια. Είμαι φυλακισμένη στο ίδιο μου το σώμα, στις ίδιες μου τις λέξεις.
Φοβάμαι να σκεφτώ. Φοβάμαι να γράψω. Σήμερα κάνει πολύ κρύο. Δεν ξέρω άμα αντέχω. Το κορμί μου σπάει σε άλλα άρρωστα σώματα. Η καρδιά μου ξερνάει τον φόβο του,
το στήθος μου σκεπάζει τα μάτια της και το στόμα μου μουδιάζει μέσα στην κουζίνα της.
Όλοι αυτοί που βρήκανε το θάρρος μέσα από αυτό το φόβο.
Το θάρρος να δώσουνε τέλος στη ζωή τους.

Είμαι στην τουαλέτα. Σε λίγο ξεκινάει το επισκεπτήριο.
Την ημέρα του επισκεπτηρίου με κλείνουνε στα λουτρά.
Είμαι η μόνη που δεν έχω κανέναν να με επισκέπτεται, κανέναν. Πόσο πόνο έχω προκαλέσει που κανένας δεν θέλει να με δει. Έχω κάνει ένα ζεστό μπάνιο και περιμένω σκυμμένη να έρθουνε να με πάρουνε, να με βάλουνε μέσα στο δωμάτιο μου.
Σήμερα θα πεθάνω.

Σήμερα μας έβαλαν να στρώσουμε το κρεβάτι μας. Πάλι αυτά τα άσπρα σεντόνια. Στεναχωριέμαι. Έχω ένα βάρος μέσα μου που μου καίει τα σωθικά, που μου τρώει όλα μου τα όργανα. Τρέμω στην ιδέα να είμαι πάλι μόνη μου. Μου λείπουν όλοι οι φίλοι μου που έχουνε πεθάνει. Τη ξέρω τη διάγνωση μου. Θέλω να σου πω ένα μυστικό που σήμερα μόνο εσύ θα το ξέρεις. Σήμερα θα πεθάνω. Αγαπημένε μου πως γίνεται να με έχεις αφήσει τόσο μόνη; Μου λείπεις. Μου λείπεις πολύ.

Εγώ είμαι κλεισμένη σε μια αποστειρωμένη αίθουσα.
Σε μια λευκή αίθουσα, τα πάντα γύρω μου λευκά.
Ακόμα και η γλώσσα μου, το σάλιο μου στάζει ένα λευκό πόνο, μια λευκή μοναξιά.
Τώρα θα ήμασταν μαζί. Τώρα είμαι μόνη μου.

Σήμερα θα πεθάνω μέσα στην αγκαλιά σου. Θα πεθαίνω και θα βλέπω να με χαϊδεύεις. Ακόμα και σήμερα, η πόρτα είναι κλειδωμένη. Το στήθος μου πονάει. Δεν έχω τη δύναμη να κουνήσω τα πόδια μου, τα χέρια μου για να πλυθώ. Φοράνε γάντια και με τρίβουνε.
Ακούω τους άλλους να γαργαλιούνται, να γελάνε, να κλαίνε, να φωνάζουνε. Ποιά ρήματα είναι δικά  μου; Πονάω, κλαίω, δακρύζω, φωνάζω, ουρλιάζω, φοβάμαι.
Φοβάμαι ότι δεν αντέχω άλλο.
Θέλω να πεθάνω. Σκοτώστε με.

Ζωγραφίζω ακρωτηριασμένα κορμιά. Δεν έχω χέρια, δεν έχω καρδιά, δεν έχω συκώτι, δεν έχω δάχτυλα, δεν έχω ανάσα, δεν έχω πόθο, δεν έχω χαρά. Δεν είμαι ευτυχισμένη. Δεν ζω.
Μονάχα σέρνω τα πόδια μου στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού μου. Κάθε βράδυ ξύνω το πάτωμα, γδέρνω τη γη μου.
Θέλω να βρω το κουράγιο, να το ξεθάψω από τους πεθαμένους. Θέλω να σας φάω όλους ζωντανούς.
Σε κάθε λέξη
όλα τα γράμματα της αλφαβήτου,
μαρτυρούνε το θάνατο μου.
















Η ώρα 21.00. Το κουδούνι χτύπησε, ώρα για ύπνο, ώρα για τα βραδινά σεντόνια και όλα τα φώτα σβηστά. Κάποιοι με φακούς ή προσωπικά πορτατίφ κάτω από τις σαπισμένες τάβλες των κρεβατιών τους.

Εγώ διαλέγω το σκοτάδι,
κατοικώ στην σκιά της λάμψης των υπολοίπων.

Κανείς δεν μου μιλάει. Το κάθε σώμα,  η κάθε σπονδυλική στήλη στοιβαγμένη στο κρεβάτι του καθενός.

Όλοι ξέρουν ότι είμαι άρρωστη. Κανείς δεν νοιάζεται για εμένα. Είμαι ένοχη. Έπρεπε να είμαι υγιής. Μου έρχεται να κάνω εμετό.

Όλοι με άφησαν μόνη μου μέσα στην άβυσσο.

Από την Ποιητική Συλλογή "Ω! Απόκρυφον" Εκδόσεις Κενότητα