22.5.17

ΘΑΥΜΑ / Σίσσυ Δουτσίου

φωτογραφία LINNN
























Μια υπερσύγχρονη μηχανή
Μια επίτευξη τεχνολογική
Ίσως και ηλεκτρονική
Η κβαντική φυσική βοήθησε τα νέα παιδιά να δούνε καινούργιους κόσμους
Να γίνουν ήρωες σε ηλεκτρονικά παιχνίδια
Να ξεχάσουν κάθε ιστορικό γεγονός
Να γίνουν και αυτοί επιστήμονες σε έναν αιώνα ξερό
Στεγνό από κάθε πνευματικότητα

Στα μάτια ενός επιστήμονα το άπειρο είναι σχεδιασμένο σε μια μικροσκοπική συσκευή
Που σου δαγκώνει τα δάχτυλα
Το πιο απλό μεταμορφώνεται σε κάτι σπουδαίο
Ένας απλός πίνακας, ένας απλός κορμός δέντρου, ένα απλό αντικείμενο
Το βλέμμα μπορεί να διεισδύσει  στη φύση των πραγμάτων
Ο νους μπορεί
Ο άνθρωπος ξεχνιέται

Πότε πεθαίνει η ποίηση για έναν ποιητή;
Πότε ένας ποιητής δεν δύναται να γράψει;
Πότε ένας ποιητής είναι περιττός;

Γυρίζω πίσω από εκεί που ξεκίνησα

Eνα διαστημόπλοιο γεμάτο σκέψεις, ελπίδες και όνειρα
Εραστές που συναντιούνται στο κέντρο του κόσμου
Ή στην άκρη του τίποτα

Κάθε λεπτομέρεια του υλικού κόσμου
Ακόμα και τα σύννεφα ή οι αποχρώσεις του ροζ
Το σώμα του συντρόφου μου
Ή το χαμόγελο ενός παιδιού
Από τα έπιπλα ενός σπιτιού
Μέχρι τις μεγάλες δεξιώσεις στο πανεπιστημιακό μέγαρο
Τα κοσμήματα ενός πλανόδιου πωλητή
Και τα δάχτυλα του καθώς τρυπάει το μέταλλο για να περάσει το σύρμα
Και ο λαιμός της νεαρής χίπισσας που το φοράει
Φαντάζουν τεράστια και άγνωστα
Δεν γνωρίζω από που είμαι
Και που βρίσκομαι
Δεν έχω καταλάβει ακόμα τη δομή του ατόμου
Και το κβαντικό άλμα
Μόνο αυτό το πιεστικό χάος
Και από που ξεκινάω δεν έχω ιδέα
Η ομορφιά και η ασυμμετρία τα ίδια τέρατα
Στο μυαλό ενός ερασιτέχνη φιλόσοφου
Όλες οι επιστήμες και οι θρησκείες
Άφωνες μπροστά στο θαυμαστό κόσμο του αέναου σύμπαντος

Κανενός είδους πληροφορίας που να επιτρέπει τη ζωή
Η εντροπία της θερμοδυναμικής
Μπουκώνει τα μάτια μου και το βέλος του χρόνου τρυπάει το νου μου
Επινοήσεις που παράγουν θερμότητα
Και η προηγούμενη κατάσταση μια εσωτερική μεταβολή μες τα πνευμόνια μου

Μια κατάσταση διαταραχής αποδεκτή
Από τους σύγχρονους φυσικούς
Η συμπεριφορά μου ευαίσθητη
Εξαρτημένη από τις αρχικές συνθήκες
Δεν γνωρίζω που βρίσκομαι και ποια είμαι
Το φαινόμενο της πεταλούδας
Αυτό το χτύπημα των φτερών και η τροχιά του χώρου που θα ήτανε διαφορετική
Μια ανάμειξη χρωμάτων, μια κοινή διαίσθηση
Διπλασιάζει επανειλημμένα αυτό το εσωτερικό σπασμό

Κάθε ζεύγος κοινών σημείων
Έχει μια εξαιρετική συμπεριφορά
Προς το θετικό ή αρνητικό άπειρο

Μια απεικόνιση που καθορίζει την γαλήνη
Μια μορφοκλασματική διάσταση που μπορεί να υπολογίσει το φράκταλ μου
Και εγώ είμαι απούσα

Το σύστημα ενός ή περισσοτέρων αστέρων
Επιδρούν βαρυτικά πρώτα από όλα σε εμένα
Οι τρεις θησαυροί της Μαχαγιάνα προβλέπουν
Tις τυχαίες κρίσεις
Το σχετικό χάος οδηγεί σε επαναλήψεις
Αν δεν έχει πραγματικές ρίζες

Σε έναν αποπνευματοποιημένο κόσμο
Το δέος του κόσμου μπορεί να σε φάει ολοζώντανο και να σε ξεράσει
Τα ξημερώματα καθώς συνέρχεσαι από ένα μεθύσι





Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο φάκελο POETRY στο KENO ΔΙΚΤΥΟ
http://voidnetwork.gr 


3.5.17

Ύβρις - Σίσσυ Δουτσίου






















Ελπίζω όταν κοπιάσω αρκετά να μην φέρω μαζί μου το άξιο σώμα μου
η ίδια στην κόλαση
προστάτιδα ενός πάνδημου έρωτα
ή στον παράδεισο
μια Αφροδίτη να πλήττει
να θωπεύει το πεταμένο καυτό σπέρμα.

Θα μπορούσα να με φανταστώ
σαν ένα κατοικίδιο
να με φροντίζουν
να με αγαπούν
να με ταΐζουν
να με χαϊδεύουν.

Να είμαι αντίθετου
φύλλου
ένα αρσενικό
με ελευθεριάζουσα ήθη
με μια αξιοθαύμαστη ευπρέπεια
ένας μελαγχολικός χαρακτήρας
με απαράμιλλη τρυφερότητα.

Να μην χρειάζεται να αγωνιστώ
για τίποτες.

Ύβρις

Το κέντρο των απολαύσεων
αφήνει την έκσταση του να χυθεί
με ζέση. Η βιαιότητα
της οδύνης ήταν η μόνη λαχτάρα.
Η μόνη ένδειξη ότι υπήρξα.

Ένα σαγηνευτικό ερμαφρόδιτο
προικισμένο από τα δώδεκα του χρόνια
με εκθαμβωτικό δέρμα λησμονεί
κάθε νόμο και αρχή.
Για πάντα ενωμένοι σε ένα πλάσμα. Κατάρα Σαλμακίς
που τον φιλούσες λαίμαργα, σφιχτά αγκαλιασμένη.
Ανάθεμα η νοτιοδυτική άκρη της Μικράς Ασίας -
Επί τη Θαλάττη Καρία.

Ένα βρωμοθήλυκο αντλεί ηδονή
από την πληγείσα περηφάνια της.
Πληθαίνει κανείς τις απολαύσεις του
όταν επιδεικνύει σεβασμό
στις διαστροφές.


Ύβρις





5.4.17

Luisa Peterson στην Πανόρμου | Σίσσυ Δουτσίου


doll art by Marina-Bychkova

Γνώρισα ένα κορίτσι εχθές, την Luisa Peterson έκλαιγε εχθές το βράδυ και μου είπε:
“Από εσένα είναι κρυμμένο κάθε βράδυ
για εσένα που είναι δικό μου και χάνεται κάθε πρωί”
Δεν καταλαβαίνω της λέω και συνεχίζει:
για εσένα – για όλες τις βόλτες που δεν πήγαμε μαζί
για όλα αυτά τα ευγενή δέντρα
τα τυρκουάζ φυλλώματα
που δεν κοιτάξαμε μαζί
όλες αυτές οι βόλτες όλα αυτά τα πρωινά που ήθελα πάντα να είμαστε μαζί
και τελικά νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
ήθελα μαζί να κοιτάμε αυτά τα σύννεφα απόψε,
Δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα ερωτικής απογοήτευσης
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα για όλη αυτή τη
λύπη που εξαπλώνεται μέσα μου σαν καρκίνος
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα με τίτλο Δράμα ή Πόνος
δεν θέλω να γράψω ένα ποίημα επειδή οι ρόγες μου άρχισαν να οικτίρουν το χάδι σου.
Ρε, υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι που είναι μόνοι τους
υπάρχουν κάποιοι μεγάλοι εξηντάρηδες με σφιγμένες τις γροθιές τους
που περπατάνε μέσα σε πεζόδρομους στην Αθήνα
από αυτούς τους γνωστούς πεζόδρομους που είναι γκρι και πορτοκαλί
και είναι σταθμευμένα πολλά μηχανάκια δίτροχα
από αυτούς τους πεζόδρομους που κρέμονται τα air-condition
στους εξωτερικούς τοίχους των ισογείων
αυτά τα ισόγεια στην Αττική, ξέρεις
αυτά τα ισόγεια που είναι δίπλα στα μπλε προποτζίδικα
και δίπλα στα μεσιτικά γραφεία
δίπλα στις κομμώσεις – τις γνωστές κομμώσεις
Βούλα, Βάσω, Νίκος, Billy
και απέναντι είναι η εθνική τράπεζα
την έχουν σφραγίσει πλέον τόσο καλά
και έχει χρονοκαθυστέρηση το χρηματοκιβώτιο
έξω από την εθνική τράπεζα περιμένουν
Σύριοι, Έλληνες, Αφγανοί, Νιγεριανοί
δεν ξέρω τι κρατάνε στο χέρι τους
ένα ορθογώνιο με κίτρινο χρώμα
πλαστικό χρήμα – δεν θέλω τίποτα
προσπαθώ να βρω ένα καφενείο να πιω ένα ελληνικό καφέ με 30 λεπτά
ναι 30 λεπτά διαθέτω
ξέρεις από αυτά τα καφενεία που παλιά πούλαγαν καραμέλες με 2 δραχμές
και τσίχλες με 2 δραχμές
όχι δεν νοσταλγώ ηλίθιε καμία δραχμή, καμία αγγλική λίρα, καμία ουγγιά, καμία λίβρα, καμία μονάδα μέτρησης βάρους ή μάζας
αλλά θέλω αυτά τα καφενεία που ήτανε δίπλα από κάτι μικρά μπακάλικα
μπορούσαν όλοι να πιούνε ένα καφέ ή ένα γλυκό του κουταλιού, μια μαστίχα
ξέρεις από αυτά τα μουσκεμένα απογεύματα στην Αττική
από αυτά τα σταυροδρόμια που αλλάζουν χρώματα συνέχεια
πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο
αυτά τα πορτοκαλί λεωφορεία
κτελ νομός αττικής
στεναχωριέμαι όταν τα βλέπω
θυμάμαι τη Σαρωνίδα και την Ανάβυσσο και εκείνη τη μικρή παραλία
που είχαμε πάει οι δύο μας όταν σε είχα πρωτογνωρίσει
στενοχωριέμαι
ένα ξανθό κορίτσι προχωράει μπροστά μου
φοράει μικρά κόκκινα γυαλιστερά μποτάκια προχωρεί γρήγορα
βιάζεται και αυτό
προχωράει μπροστά από το σινεμά
το σινεμά στην παλιά γειτονιά μου,
τώρα έχει κλείσει
δεν παίζει ταινίες πια
θα ήθελα πολύ να καταλαμβάναμε αυτό το σινεμά και να παίζαμε ταινίες κανονικά
9 με 11, όχι δεν θέλω ξενύχτι, ούτε μεγάλες εκδηλώσεις που να κρατάνε μέχρι το ξημέρωμα
9 με 11 δεν πειράζει
ας λειτουργούσε το σινεμά όπως λειτουργούσε παλιά αλλά
να το είχαμε εμείς και να διαλέγαμε εμείς τις ταινίες.
Φτάνω στο σταθμό Λαρίσης, άλλο ένα δημόσιο κτήριο
οι ράγες λέει των ελληνικών τρένων δεν πουλήθηκαν – πουλήθηκαν μόνο τα βαγόνια
ο αέρας είναι πολύ πηχτός σήμερα
και αυτή η ηχορύπανση
επιδιορθώσεις ρούχων 6951478845
ξέρεις
τώρα μπορούμε να πηγαίνουμε πάλι να ράβουμε τα ρούχα μας όπως παλιά
δεν χρειάζεται κάποιο καινούργιο μπουφάν ή κάποιο καινούργιο παντελόνι
επιτέλους
μπορούμε να φτιάξουμε κάτι από την αρχή δεν χρειάζεται
να το πετάξουμε για πάντα ή να πάρουμε καινούργιο.
Υπάρχουν ακόμα πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι από εμάς
από τη χώρα μας και από άλλες χώρες και σε άλλες χώρες –
κάθε άνθρωπος κρύβει τη δική του δυστυχία, τη δική του χαρμολύπη
χρώματα και χρωμοσυνθέσεις
θα ήθελα να αγοράσω πολλά εργαλεία, θα ήθελα να φτιάξω την ταράτσα μου
τον κήπο, την βεράντα που δεν έχω να τη γεμίσω με γλάστρες,
να βάψω τους τοίχους του σπιτιού μου
θα ήθελα
αυτά τα πολωνέζικα μπακάλικα που είναι μονάχα ράφια και φτηνά αλλαντικά
έχει έρθει το Πάσχα και ακόμα κρέμονται τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια
στη ταμειακή μηχανή
αυτό το πολωνέζικο μπακάλικο με τα μπαγιάτικα σαλάμια και τα ξινισμένα τυριά
δεν ξέρω
αλλά δεν μου αρέσουν καθόλου τα βαλκάνια , ούτε η Ευρώπη
δεν ξέρω
μου αρέσει μόνο εκεί που έζησα όταν ήμουνα παιδί
πριν μεγαλώσω
πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι αν δεν θέλαμε τίποτα,
αν δεν θέλουμε να αγοράσουμε τίποτα
να είμαστε ικανοποιημένοι με τα λίγα αυτά που φοράμε
με τα λίγα αυτά που έχουμε
τότε δεν θα ήμασταν ευτυχισμένοι;
Δεν ξέρω
πάντως όσο μεγαλώνει μια γυναίκα
καταλαβαίνει πως οι άντρες μπορεί να τη βιάσουν εύκολα
ακόμα και αν αυτή το θέλει
ξέρεις όταν αποχαιρετιζόμαστε και είναι να σε δω σε 1 – 2 ώρες
στενοχωριέμαι
και μετά κλαίω στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Δεν θέλω να μπαίνεις μέσα σε ένα λεωφορείο να μου φωνάζεις “έλα” να μην
προλαβαίνω να ανέβω και εσύ απλά να με κοιτάζεις
εκείνα τα μάτια σου , τα μικρά μάτια σου
όταν τα βλέπω για τελευταία στιγμή
πόσο με στεναχωρούν
στενοχωριέμαι όταν κοιτάζω τα μάτια σου
γιατί δεν θέλω να υπάρξει αυτή η τελευταία φορά
που να κοιτάξω τα μάτια σου
σε αγαπώ τόσο πολύ
πως είναι δυνατόν αυτή η ζωή να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν ο έρωτας να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν να σε αγαπώ και να πονάω
δεν ξέρω
δεν ξέρω
είναι χειμώνας και το ηλιοβασίλεμα ήρθε πιο νωρίς
θέλω να είναι γιορτές κάθε μέρα
όταν τελειώνουν οι γιορτές με πιάνει φρίκη
γιορτάσαμε τελειώσαμε
επιστροφή στη κανονικότητα
τυπολατρεία, ορθοδοξία, κομφορμισμός, ευπρέπεια
και δεν θέλω να μεθύσω – δεν με νοιάζει
θέλω να ήμαστε απλά όλοι μαζί και να παίζουμε
να μην χρειάζεται να ξυπνήσουμε νωρίς
να μην χρειάζεται να κάνουμε οτιδήποτε για να βγάλουμε χρήματα σήμερα.
Έλα όμως και εσύ μια φορά
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα και να με ακούσεις
να σε ακούσω
ίσως μιλάω πολύ για τον εαυτό μου
σου λέω πάλι τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες
όταν ήμουν μικρή που μου αρέσει να παίζω εφτάπετρο
σου λέω συνέχεια τις ιστορίες που με έκαναν και ξεχώριζα από τα άλλα παιδιά
μπορούμε όμως να μείνουμε σιωπηλοί
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα
δεν ξέρω
εκεί κοντά στο ακρωτήρι
δεν ξέρω έτσι δεν το λένε;
Eκεί που κρύβεται ο ναός της Αφροδίτης, εσύ μου το έχει πει
εκεί θέλω να πάμε.
Έλα και εσύ να με πάρεις μια βόλτα μαζί
και να μη σκεφτόμαστε τίποτα άλλο παρά μόνο αυτή τη βόλτα.
Να ντυθώ και εσύ να με περιμένεις κάπου και να έρθω
δεν μου λείπει που δεν είμαι ερωτευμένη όπως όταν σε πρωτογνώρισα
μου λείπει περισσότερο η φιλία μεταξύ μας
γίναμε υπάλληλοι στην ερωτική μας ζωή
η φιλία μου λείπει
και δεν θέλω να είμαι φίλη σου όπως παλιά
κάτι καινούργιο κάτι νέο.
Ωχ πάλι τα αυτοκίνητα γέμισαν το δρόμο
πουλιούνται κρέατα ελληνικά χαραγμένα σε ένα φορτηγό επάνω του
δίπλα από την κεντρική δημοτική βιβλιοθήκη στοιβάζονται χαρταετοί
και κανένα παιδί δεν θέλει να τους αγοράσει
καμία μάνα δεν μαζεύει λεφτά να αγοράσει χαρταετό στην κόρη της.
Ο ουρανός γέμισε με αυτά τα τεράστια καλώδια
γραμμές τραμ, γραμμές τηλεφώνου, ηλεκτρικές κολώνες της ΔΕΗ
δεν μπορείς να δεις τον ουρανό πια καθαρά
πρέπει να φύγεις από την πρωτεύουσα πολύ μακριά.
Ζώα – ρομπότ και ζώα
με θλίβει που υπάρχουν όνειρα
σε ένα μπουρδέλο
έτοιμα για γαμήσι
……..
δεν θέλω πάλι
δεν θέλω πάλι να γράψω ένα ποίημα για ένα άντρα και μια γυναίκα
τεστοστερόνη.
Τις υπόγειες διαβάσεις τις πλένουν με ξινισμένες χλωρίνες
πεντακάθαρες αλλά βρωμάνε
αυτά τα νέον τα φώτα
αυτό είναι που λένε το ψυχρό φως της πρωτεύουσας
τελειώνει ο χρόνος
θα συναντήσω την αδερφή μου επιτέλους
θα καπνίσω ένα τσιγάρα , θα πιω λίγη κόκα κόλα
40 ολόκληρα λεπτά
Πανόρμου
ακαδημία Πλάτωνος.

22.2.17

Η Νύφη - Σίσσυ Δουτσίου

Marina-Bychkova




































Δακρυσμένες νύφες
και οι ανεστανάρηδες να ουρλιάζουν.
Ένα θαύμα που δεν έγινε.
Βαθιά Απελπισία
Εγένετο το θέλημα σου -
ανοιγμένα τα εύθραστα σκέλια της γυναίκας σου
κάθε πρωί ο αφέντης δίνει διαταγές
οι δούλοι προσκυνάνε.
Η γυναίκα του μια πόρνη
τα σεντόνια ωμά ροζ
άνευ ακραίου ενθουσιασμού
κάτω από τα πράσινα όνειρα
μέσα σε ένα σπίτι.
Λείπει η ευφορία
πεταγμένα εσώρουχα, βιλία, κόμικ, πέτρες, πετσέτες,
ιδρωμένα σορτς και αλατισμένες φανέλες.
Ένας οξύς πόνος
κλείνω τα πόδια μου
τα φέρνω στο στήθος μου.
Ένα μικρό σμήνος πουλιών
καλοσορίζει τα δάκρυα μπροστά σου
- σκέφτομαι τον ποταμό Ούς -
ισοροπημμένα σε ξανθιά αγκάθια κοιτάζεις τους μώλωπες
παίζουν σαν παιδιά κοιτάζουν το ένα το άλλο
αρσενικό - θυληκό - γένος ουδέτερο
Λυπάμαι, σήμερα φέυγω.
Κάποια παιδιά είναι καταδικασμένα να μεγαλώσουν.





Άνεμος Νιότης - Σίσσυ Δουτσίου

Marina-Bychkova




































Οι πρώτοι στίχοι σε ένα ποίημα
Οι πρώτες μας συναντήσεις
Το πρώτο μου ψυχεδελικό τριπ
Η πρώτη φορά που έκανα έρωτα
Η πρώτη φορά που άγγιξα τα υπέροχα γυναικεία στήθη
εκείνης της άγριας γυναίκας
Η πρώτη φορά που μέθυσα σταματώντας τον κάθε περαστικό
και ρωτώντας τον για την ελευθερία
Η πρώτη φορά που χάθηκα μέσα σ' ένα τεράστιο δάσoς στη βόρεια Αγγλία τριπαρισμένη
Η πρώτη φόρα που φοβήθηκα το σκοτάδι
Η πρώτη φορά που διάβασα σε κάποιον τα ποιήματα μου
που μεταμορφώθηκα σε άθλιο θηλυκό μπροστά στην πόρτα του νοσοκομείου
που κοίταξα τον ουρανό και θέλησα να γίνω αστροναύτης
που δοκίμασα μια πρωτοχρονιά κλεισμένη σε ένα σπίτι καθαρή ηρωίνη
που ταξίδεψα στην Ινδία με τον αγαπημένο μου.

Η πρώτη φορά που άγγιξα το αντρικό σεξουαλικό όργανο,
το κρέας, οι φλέβες, η μυρωδιά του.
Τα πρόστυχα μάτια μου, οι κινήσεις μου.
Είχα ανέβει από πάνω του
οι γονείς της φίλης μου δεν ήτανε στο σπίτι
αγόρασα προφυλακτικά και τον πήρα τηλέφωνο.
Μισή ώρα μετά
δυσκολεύτηκα να φτιάξω τα κορδόνια των παπουτσιών μου
έπρεπε να σκύψω, τότε
ένοιωσα
πως έκανα κάτι.
Δεν ήτανε από έρωτα
αλλά ήθελα
να σκίσω την παρθενιά μου.
Την επόμενη μέρα του είπα ότι πρέπει να χωρίσουμε.
Το μουνί μου ήτανε ελεύθερο για γαμήσια τώρα.

Η πρώτη φορά που πήγα με την ξαδέρφη μου
κρυφά στην πλατεία Ομονοίας
να βρούμε κάτι να πιούμε
και βρήκαμε την πιο απαίσια φούντα που μπορούσες να καπνίσεις
και μοιραστήκαμε ένα στραβοστριμμένο τσιγαριλίκι
στην οδό Μάρνης και Πατησιών.
Τελευταία τζούρα
και μετά ένα ασυγχώρητο γέλιο.

Τα πρώτα διηγήματα του Μπορίς Βιάν
και τα κόμικ του Μανάρα
αυτή η γυναίκα με τα τεράστια βυζιά
και τα 110 χάπια.
Μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα
μια παρέα από 2 κορίτσια και 4 αγόρια
μόνο τεκίλα και κοντά φουστάνια
ποίηση και υγρά μάτια από το ξενύχτι
ξεχασμένα πόδια σε στενά παπούτσια
και μια φίλη να ξερνάει από το πολύ αλκοόλ.
Η πρώτη φορά που τρόμαξα
από το χρώμα του εμετού
μέσα σε 2 λεπτά είχα ξεχάσει
και τρέχαμε προς τα κάτω
προς το δικό μας μέρος
ένα σκοτεινό στενό
πίσω από τον πιο πολυσύχναστο δρόμο της πόλης.

Ένας ώριμος άντρας με 2 πιτσιρίκες
στα μπούτια του
δυο μελαχρινές
η μια από αυτές έχει λιώσει στη πρέζα πια.
Η πρώτη φορά μιας ενθουσιαστικής πράξης έρωτα.

Ποτέ δεν θα ξέρεις ότι
ντρέπομαι να σε συναντήσω
ότι δεν έχω να πω τίποτα μαζί σου πια.
Δεν είσαι πια το ίδιο τέρας
μικρή ταπεινωμένη σκλάβα.

Ποτέ δεν κοιμήθηκα με τα ρούχα μου στο κρεβάτι
όσο μεθυσμένη και αν ήμουν.
Η πρώτη φορά που σταμάτησα στον δρόμο έναν όμορφο νέο
και του είπα να με πάει σπίτι
γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω που βρίσκομαι
η πρώτη κουβέντα που του είπα
"βγάλε μου τα ρούχα"
τα υφάσματα με ζεσταίνουν
όταν είμαι σε έξαρση.

Η πρώτη φορά
που σκεφτόμουνα να κλέψω έναν ταξιτζή και να
τον απειλήσω με ένα ανύπαρκτο μαχαίρι.
Τα φώτα των αυτοκινήτων
και οι βιτρίνες των μαγαζιών λιώνουν μπροστά μου
σε μια διαδήλωση τέλεια.
Μεταφέραμε 7 μολότοφ και ένα μαύρο σπρέι
για να γράψουμε ποίηση στους τοίχους μια γκρίζας πόλης που καίγεται.

Η πρώτη επίθεση σε
ένα συγγραφέα που αρνήθηκε το ολοκαύτωμα των εβραίων
καμένες σημαίες
και μια καταδίωξη σε ένα αγγλικό χωριό.
Κόσμος από διάφορες χώρες και ένα τανκ νερού
να προσπαθεί να καταστείλει
τα συνθήματα -
δεν τρέχει αίμα πια
μόνο που κρυώνω πολύ.
Μας ακολουθάνε μπάτσοι.
Πάλι τα ίδια.
Μόνο fast food
δεν προλαβαίνουμε για κάτι άλλο.

Η πρώτη φορά που γέμισα ένα σακβουαγιάζ με κάμποσα κιλά χόρτο.
Το πρώτο μου μηχανάκι παρκαρισμένο στα κτελ μέχρι να κάνω την ανταλλαγή.
Λίγα τα λεφτά αλλά πρέπει να πληρώσω το νοίκι.
Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από το να δουλεύουμε;
Η πρώτη φορά που ευχαριστήθηκα μια βίζιτα
καλά λεφτά - το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι.

Oι πουτάνες ερωτεύονται τους πελάτες τους και
οι αφέντες ερωτεύονται τις σκλάβες τους.

Η τελευταία φορά που κάπνισα πρέζα
"τσούλα" πάνω σε αλουμινόχαρτο
αγορασμένη από ένα σκοτεινό μπακάλικο σε μια επαρχία του Μαρόκου,
η έρημος, εκατοντάδες χωριά,
δεν έχω τη σωματική δύναμη
να διασχίσω
το μεγάλο δωμάτιο
μέσα στο κόκκινο σπίτι
που είμαστε οι δύο μας και θα ήθελα
να είχαμε κάνει έρωτα εκείνη τη νύχτα.
Άλλωστε,
γιατί χαλάσαμε τόση ζάχαρη αγαπητή μου;

Θα ήθελα να είχαμε κοιμηθεί μαζί εκείνο το βράδυ
ήμουνα τόσο ήρεμη
μόνο η αγκαλιά σου έλειπε.

Η τελευταία φορά που περίμενα να καταστρέψεις τα δικά σου πνευμόνια
για να μυρίσω λίγο θάνατο
μπροστά στο παιδί σου.
Ένα αγρόκτημα γεμάτο σκατά
και αρρωστημένα ζώα
θα μπορούσε να είναι ένας παράδεισος.

Πράγματι για πάντα και
εις τους αιώνες των αιώνων
η ευτυχία θα τρομάζει.
Έχουμε μάθει
να δουλεύουμε - να τρώμε - να χέζουμε
να κλέβουμε - να αντιγράφουμε - να κρυφοκοιτάζουμε
να δαγκώνουμε τις σάρκες άλλων και να φτύνουμε κομμάτια από αυτούς
στο νιπτήρα ή στο νεροχύτη - πρωί ή βράδυ -
έχουμε μάθει να θέλουμε
να είμαστε ευτυχισμένοι
να θέλουμε
να είμαστε
ευτυχισμένοι.

Αγάπη μου
κανείς δεν θέλει να είναι ευτυχισμένος
όλοι θέλουνε
απλά
να μπορούν,
να μπορούν να δουλεύουν, να μισούν, να πονάνε,
να κλαίνε, να σιχαίνονται
όλοι έχουνε μάθει την υστερία
και η απάτη της
σου πλέκει ένα μεταξωτό σάβανο
για να το φοράς κάθε μέρα.

Η τελευταία φορά που αναρωτήθηκα γιατί.
Κάποιοι επιλέγουν να γίνουν ήρωες και κάποιοι άλλοι οι απαγωγείς
αισχροί
δηλητηριώδεις
κακοήθεις.
Η τελευταία φορά που σε αγάπησα.

Η λήθη χάραξε νέους χαρακτήρες
σε μια νέα ποιητική συλλογή
τίποτα πια δεν είναι από τη ζωή μου.

Η πρώτη φορά που
δεν ήθελα να εξαντληθεί το φως της
που μπορούσα να κολυμπήσω σε μια θάλασσα lsd
και να μην ανακατευτούν τα συκώτια μου
ο αυτοκρατορικός σκορπιός με φοβήθηκε
και δεν ξαναήρθε ποτέ δίπλα μου
με μια ανελέητη έκσταση
ξαναγέμιζα λευκές μπουκάλες
ασταμάτητα βαρύ - δίχως παύση κόκκινο -  
που δεν χρειάστηκε να τελειώσει ποτέ τίποτα.
Εκείνη η ώρα που κάναμε έρωτα
αγάπη μου
μέχρι τώρα.
Που δεν υπάρχει χρόνος
εκεί
μαζί σου
σε αγαπώ.

Η οξύτητα του φωτός δεν καίει πια τα λουλούδια
Τίποτα δεν μοιάζει λίγο, τίποτα πιο πολύ
γιατί έτσι το προστάζει πια η καρδιά μου.
Οι ιαχές του πολέμου έσπευσαν για ύπνο.
Οφείλω να ονομάσω του ήρωες της πατρίδας μου.
Δεν επαρκούμε οι δυο μας αγάπη μου
θα έρθω με τους τολμηρούς
για τελευταία φορά
η πόλη θεραπεύεται
από το ιερό και πιστό
άνεμο της νιότης.



πρώτη δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό FRACTAL - Η γεωμετρία των ιδεών:
http://fractalart.gr/anemos-niotis/



21.11.16

ΙΣΟΒΙΑ - Σίσσυ Δουτσίου



































Αμυδρό είναι μόνο το χρώμα της φυλακής
σε οποιαδήποτε απόχρωση το διαλέξει κάποιος -
δυσδιάκριτο. Ασαφές.
Η επιείκεια είναι
                            ξεβράκωτη
μαδημένη από πετρόψυχα έντομα.

Χρήματα, χάπια αποτοξίνωσης, ηρωίνη,
τηλεκάρτες, σερβιέτες, σαπούνια, τσιγάρα, ηρεμιστικά
πάνω - κάτω στο ίδιο σκουριασμένο σύρμα στην ταράτσα μαζί με
την νοσταλγία, την τιμωρία, την απομόνωση, την ανάμνηση
μισοκλείνοντας τα βλέφαρα σε οποιοδήποτε κώλο οποιουδήποτε φύλου.

Γωνίες  σκεπασμένες με αποφάγια
Τεράστια θηλαστικά βαδίζουν αργά και τρώνε τα σκουπίδια
Δεν ξέρω πως βρίσκονται μέσα στο προαύλιο θαλάσσια κήτη
Θάλασσα
Ξηρά
Θάλασσα
Μου λείπει ο ζωτικός  χώρος - αυτή η ζώσα περιουσία του απερίσκεπτου.

Αυθορμητισμός Θάρρος

Θαρραλέα κορίτσια Θαρραλέα αγόρια

Η μυρωδιά της φυλακής είναι απαίσια
ποτέ πένθιμη ποτέ μουχλιασμένη
Ο ήλιος δεν δύει ποτέ σε αυτό το μέρος
Οι κινήσεις των φρουρών τραβάνε το στόμα μου σε τέσσερις κατευθύνσεις
και κάνω μορφασμούς αηδίας.
Τα εγκλήματα της τρίτης πτέρυγας διαφέρουν από τα δικά μου
Εγώ είμαι αθώος
Τα σκεπάσματα είναι μάλλινα χειμώνα καλοκαίρι
 Άντε γαμηθείτε καργιόληδες

7 ημέρες την εβδομάδα
4 εβδομάδες το μήνα
12 μήνες το χρόνο
Το πάτωμα είναι γεμάτο λακκούβες και τρύπες
Οι όροφοι συναντιούνται μεταξύ τους
Από το ένα κελί βλέπεις μέσα στο άλλο
Άλλες χώρες, άλλες πατρίδες, άλλες γειτονιές
Εγώ είμαι αθώος
Δεν φυσάει, δεν λάμπει, δεν ξημερώνει ποτέ εδώ
Υφίσταμαι κρατική βία
Δεν μπορώ να φύγω να πάω πουθενά
Η οικογένεια μου είναι στο μεσημεριανό της τραπέζι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εμένα
Δεν μπορώ να αλλάξω παρέα,
δεν διαλέγω τους φίλους μου,
ίδια γλώσσα άδοξη χωρίς ιστορίες.
Με το ίδιο σώμα δυο χρόνια τώρα
Η ζωή μου λεπτόσωμη
Ο βίος μου ισχνός
Ο εαυτός μου πλήττει με εμένα
Οι τοίχοι κάνουν πολύ θόρυβο
Και το κουδούνι για τη συνάθροιση στο προαύλιο είναι ένας οξύς παρατεταμένος ήχος
Γαμημένοι
Είμαι αθώος

Λατρεύω τη ζωή έξω από εδώ
Τους φίλους μου, την πλατεία, τη νύχτα, τα αδέρφια μου
Όλοι με κοιτάζουν
σαν να είμαι απλά ένας πίνακας ζωγραφικής
άψυχος
ή μια βιτρίνα μεγάλου καταστήματος
άψυχη
Αγένεια και τρόμος.
Άντε γαμήσου μαλακισμένε
Ότι είναι από σίδερο έχει σκουριάσει
και οι γυναίκες από το απέναντι κτίριο ουρλιάζουν από τον πόνο
Ότι χτίστηκε δεν γκρεμίστηκε ποτέ
Ότι δόθηκε δεν το φρόντισε ποτέ κανένας
Δωρεές από πλούσιους πνευματικούς πατέρες
στοίβες βιβλία άχρηστα σε άδεια φρεσκοβαμμένα δωμάτια
Στις γυναικείες φυλακές τα βρέφη κλαίνε ασταμάτητα για ένα χρόνο
Στις τουαλέτες των φυλακών ανηλίκων οι έφηβοι ξυρίζουν τα κεφάλια τους
και σημαδεύουν με κορεάτικα σύμβολα τα σημεία που πονάνε.
Ελληνίδες μανάδες πουλάνε ψυχοφάρμακα για να αγοράσουνε καινούργια οδοντόβουρτσα και χαρτί τουαλέτας.
Οι τσαμπουκάδες γίνονται στους διαδρόμους.
Θέλω να πάρω τον Ορέστη τηλέφωνο
Κάθε πρωί ξυπνάς από το τρίξιμο των κλειδιών
Ένας ήχος που θα τον θυμάσαι για πάντα
Η πρώτη γνωριμία φυτρώνει με ένα σωματικό έλεγχο

Εξόριστοι του εικοστού πρώτου αιώνα
Η εξαθλίωση αναστενάζει ολημερίς στα περβάζια των λευκών κελιών
Η φτώχεια υπάρχει παντού σε κάθε βήμα μέσα στα δωμάτια υψίστης ασφαλείας
Γαμημένοι ξεφτιλισμένοι
Ισόβια ξέρεις τι σημαίνει ισόβια ρε πούστη μου ;
Ισόβια
Είμαι αθώος
Το κορμί αλλάζει μέσα στους πρώτους μήνες
πιο αδύνατο από ποτέ πιο χλωμό από ποτέ
Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο
Οι δεσμοφύλακες οδηγούνται από σκυλιά βουτηγμένα σε λάσπες
Ισόβια σημαίνει φόβος
Και μια απέραντη μοναξιά
Το καλοκαίρι ξεκίνησε φέτος πιο νωρίς
Τα κρεβάτια βράζουν για έξι συνεχόμενους μήνες
Τα μάτια ζεματάνε κόκκινα από τη δίψα και τη ζέστη.

Θα ήθελα να δω τις τράπεζες καμένες, τα υπουργεία πυροβολημένα
και τα κοινοβούλια κατειλημμένα από πανέμορφες γυναίκες, τους καλογυαλισμένους ουρανοξύστες αποξηραμένους στην έρημο των μεγαλουπόλεων, την Αμερική, την Κίνα και τις υπερδυνάμεις της Ευρώπης να ζητιανεύουν έλεος από τις φτωχότερες γειτονιές του κόσμου, τα μάτια των πολιτικών απόλυτα τρομαγμένα.
Θα ήθελα να δω τα βουνά τοξικών αποβλήτων στην Ιαπωνία να μολύνουν τα έντερα των επιστημόνων, τους λιγόψυχους να γδέρνονται από το μανιασμένο ύφος των καταπιεσμένων.
Θα ήθελα να δω τις φαβέλες της Βραζιλίας να γκρεμίζονται σαν απογευματινό παιχνίδι μικρών αγοριών την ώρα του ηλιοβασιλέματος - μια για πάντα - τα κορίτσια και οι γιαγιάδες να ξεχνάνε κάθε πένθιμη ανάμνηση και να χτίζουν κήπους και παιδικές χαρές.

Πάνω από τα φέρετρα των καταπιεστών θα ανεμίζουν μαύρες σημαίες.

Εξέγερση στην Α' πτέρυγα
ακολουθούν οι υπόλοιπες 6  πτέρυγες
ένα νοσοκομείο
ένα προαύλιο και
οι γυναικείες φυλακές απομακρυσμένες
πέρα μακριά
2χλμ από το διοικητήριο.

Ισόβια.

2.10.16

Λευκό Ρύζι / υπό την επήρεια
















Όταν κάτι είναι τόσο όμορφο
Σκέφτομαι τον θάνατο
Λυπάμαι
Γιατί ξέρω πως κάποτε αυτό θα πεθάνει
Δεν θα υπάρχει

Ας μην υπήρχε
Ποτέ αυτή η αγάπη
Ας μην είχα γευτεί
Ποτέ αυτό το ρύζι

Κάθε κόκκος ρυζιού μαγειρεμένος
Με τόση αγάπη που δεν
Ξέρεις πότε θα
Σου προσφερθεί ξανά

.............................................

Τόσο μόνη όσο ένας ορυζώνας
λες και η
ασήμαντη, μικρή, μικροσκοπική
σε αγαπώ
όλοι οι άνθρωποι που αγαπάμε σαν μικρές διάφανες ρίζες ρυζιού, κατάλευκου
σε έναν απέραντο ορυζώνα
όσο και αν φοβάμαι, όσο και αν σε αγαπώ
δεν αλλάζει τίποτα
τίποτα δεν αλλάζει
όσο και αν σε αγαπάω
αυτή θα πεθάνει
εμείς θα κλαίμε
εγώ θα λιώσω
εσύ θα έχεις ήδη πεθάνει
κλαίω
μένω αδύναμη, μόνη, εθισμένη.

...............................................................

Μια φροντίδα που υποκύπτει στο παρόν
Ένα μικρό πιάτο γεμισμένο με ψωμί
Ο άντρας
που προσπαθεί να περιποιηθεί τη γυναίκα.
Το σπίτι τους γεμάτο αγάπη και ασήμαντα ψέμματα.

Τι περίεργο κάθε άμυλο δίχως κρέας μαρτυρεί
τη βιαιότητα
Μαρτυρεί την ωμοφαγία
Ο άνθρωπος εξ άπαντες κρεατοφάγος.
Η γυναίκα
που προσπαθεί να τον δαγκώσει σε ασυνήθιστα σημεία του λαιμού του
και των χεριών του.

..........................................

Δεν κρύβεται πουθενά η ζωή
Δεν κρύβεται πουθενά η ομορφιά

.....................................................................

Αγαπημένε μικρέ
Αγαπημένε μου
Αγαπημένε μου άνθρωπε με τα κομμένα σου μάτια
Αγαπημένε μου μικρέ άνθρωπε με τα κομμένα σου μάτια
Πηδάω τώρα από τον έκτο όροφο
Για να τιμήσω τον φόβο σου

..............................................................

Ένας κόκκος ρυζιού
Ένας κόκκος άμμου
Που μας εμπνέει
Για να αυτοκτονήσουμε
Ένα βαθύ λευκό που μας εμπνέει για να αυτοκτονήσουμε.

..............................................................................................




21.9.16

Ανέκδοτα Ποιήματα (1998-2003) Η ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΗ ////////// Σίσσυ Δουτσίου


































Ταξίδι στο χρόνο με μυστικές
εξομολογήσεις ανάμεσα σε γυναίκες
και πεθαμένες γοργόνες
Η μοναξιά της θάλασσας επί μήνες
Νίκη Δελλή μόνη στο ελληνικό πέλαγος
Λία Σαρρή μόνη της για έξι μήνες στον ωκεανό
Μυρτώ Ντέλλη ειρηνικός ωκεανός
Αθηνά Γεωργίου ατλαντικός ωκεανός.
Xλωμά χείλια καπνίζουν
πίνουν αλκοόλ, βρίζουν
και φτύνουν ξημερώματα τον πόνο τους
επάνω σε ένα στοιχειωμένο κατάστρωμα.
Γάμπες χοντρές χορεύουν με ναύτες και πόρνες
σε μακρινά λιμάνια στην Ασία
Όμορφα πρόσωπα ζωγραφισμένα σε μυς
και άλλα τόσα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας
τα σύννεφα γίνονται τοπία με σκηνές βίας
σε έναν κινηματογραφικό ουρανό
Δράκοι σκοτώνουν κορίτσια
τεράστια αιλουροειδή γευματίζουν
άντρες με πλούσιο στήθος κάνουν έρωτα σε αφέντρες
Τώρα
παχιά μπούτια λερωμένα με γράσο
αντέχουν τη βρώμικη γλώσσα
τις φαρδιές ζώνες γύρω από παντελόνια
τις γυρισμένες ωμοπλάτες
το ίδιο και ο καπνός - αγορασμένος από την Αφρική
ένας θησαυρός απών

Κάθε φορά μια καταιγίδα που δεν  -
την περίμενε κανένας -
ειδικά αυτή - αυτή η μαύρη σκύλα -
η κοκκινομάλλα ιρλανδή
η ξανθιά αγγλίδα
αυτή που θέλουν όλοι οι άντρες και όλες οι υπόλοιπες γυναίκες
να γαμηθούνε μαζί της
αυτή που αντέχει κάτω από μαύρα σύννεφα
να στέκεται όρθια - ντυμένη όπως τότε -
Αυτή η βρωμιάρα με το άγριο βλέμμα
και τα σχιστά μάτια
κρυμμένα πίσω από το μελαχρινό δέρμα της
αυτή
με τα λερωμένα ρούχα από τη δουλειά
λάσπη, νερό, αλάτι, αίμα, λάδι
αυτή που σε κοιτάζει καθώς εσύ φεύγεις
σου τρώει τις τελευταίες σου λέξεις για να σε προειδοποιήσει
δεν σε αφήνει να την ξευτιλίσεις δημοσίως
αυτή που σου φέρνει μια φίλη της με λευκό δέρμα και μακριά μαλλιά
να ξαπλώσετε μαζί το βράδυ
η μεθυσμένη
η βωμολόχα
η άθρησκη
η ψεύτρα

Κάθε βυθισμένο καράβι
ρητορεύει με βραχνιασμένη φωνή
δεν υπάρχουν λένε πειρατές
δεν τους πιστεύει κανείς
δεν υπάρχουν
γυναίκες με μαχαίρια μέσα στα εσώρουχα τους
-λένε-

δεν ξέρουν

Αυτή είναι εδώ
με ουλές στα μπούτια της
σημάδια γύρω από τις ρόγες της
ξαπλώνει στο κρεβάτι  της με όποιον θέλει και
όποια θέλει την γλύφει - της φιλάει το στόμα
και την δένει στην προβλήτα της
Αυτή έχει δικιά της σημαία
με το δικό της οικόσημο
μια μήτρα - έναν σκελετό μονάχα με μια μήτρα -

Αυτή η πρόστυχη
αυτό το ωραίο μουνί που τολμούσε
τολμούσε τόσο πολύ
που μπροστά της όλα τα θαρρετά του κόσμου
πολλαπλασιάζονταν
Αυτή η λευκή παχουλή κοιλιά
που χειροκροτούσε σε πρόστυχα σχόλια
με θράσος πολύ
μόνο και μόνο για να πιεί περισσότερο ρούμι και παλιό κρασί

Αψήφησε αγάπη και θάνατο μαζί
δεν κατάφερε να βρει ένα ταίρι
κάποια σώματα να μοιράζεται
αυτή τη γνωστή αγκαλιά - αυτή την αγκαλιά που σε ζεσταίνει όταν
τα ρούχα σου είναι τόσο βαριά μουσκεμένα από την υγρασία
και δεν έχεις το κουράγιο να γδυθείς και να τα στύψεις -
αυτή την αγκαλιά που σου ρουφάει όλα τα περιττά υγρά από πάνω σου
Έζησε παρόλα αυτά πολλά χρόνια
όσο χτυπούσε η καρδιά της είχε τη φήμη της
γυναίκας
της γυναίκας που λατρεύει να ταξιδεύει
της γυναίκας που λατρεύει να βρίζει και να χουφτώνει σφιχτούς κώλους από νεαρές πόρνες
της γυναίκας που τα δάχτυλα της είναι χοντρά για να μπορεί να απολαμβάνει περισσότερο πόνο από τις άλλες όταν τα βάζει μέσα της
της γυναίκας που είναι όμορφη
της γυναίκας που είναι παχουλή με λευκή σάρκα και αντρικά ρούχα
της γυναίκας που της αρέσει να πηδιέται με πολλούς άντρες συγχρόνως
Είχε τη φήμη της αιώνιας καύλας
που προσπερνάει τους ωκεανούς μέσα σε ένα μήνα και διαλέγει
30 πολιτισμούς για να μεθύσει μαζί τους -
προσκυνάει σαμανικά ιερατεία
Βόρεια Αμερική, Σιβηρία, Ινδονησία, Ωκεανία
είχε τη φήμη ότι
λατρεύει ποιητές που περιφέρονται στον κόσμο των πνευμάτων
ότι αντέχει στον πόνο - έχει μέγιστη αντοχή στον πόνο  -
και υφίσταται τραυματισμούς

Αυτή είναι
αυτή
η γυναίκα που
δεν διάβασε ποτέ της κανένα αλφάβητο
μόνο πρόφερε τις συλλαβές και τους φθόγγους
με ένα ψεύδισμα που ξεσήκωνε τους πάντες ακόμα και
τα ερμάρια στο δωμάτιο της
- τρίβονταν επάνω τους όταν δεν την έπαιρνε ο ύπνος
μέσα στο απόλυτο σκοτάδι -
γνώριζε όμως όλους τους δικαστές, τους εμπόρους, τους τοξικομανείς, τους καταδιωγμένους  συγγραφείς
Ένα καινούργιο ποίημα οι συναντήσεις μαζί τους.

Όλες / Όλοι την θαύμαζαν
άφησε το σαρκίο της κρεμασμένο από ένα βαρύ μεθύσι
στο κατάρτι ενός ξένου πλοίου
της έφτιαξαν μια σχεδία από φτηνό ξύλο
έδεσαν μαζί πολλούς κορμούς
με χοντρά σχοινιά
την έβαλαν επάνω την έδεσαν
αυτή
αυτή που τώρα είναι με κλειστά τα μάτια της
με ξεραμένα δάκρυα
αυτή
τα στήθια της ήταν γεμάτα αγάπη για το ανεπάντεχο
αυτή
τα χέρια της είναι γεμάτα σημάδια από ελβετικούς σουγιάδες
τα εσώρουχα της δεν έχουνε καμιά σημασία
δεν έχει καμία σημασία τι χρώμα είναι
είναι φτηνιάρικα και πια πεθαμένα
κάψανε μαζί της όλα τα βρακιά της
δεν θέλανε να έχουνε τίποτε από δαύτη στο καράβι τους.
Αντίο επικηρυγμένη
διαβόητη
Πηνελόπη Ρις.
Θα γραφτούνε πολλά ποιήματα για εσένα.

2.8.16

Ένα Υπέροχο Πρωινό | Σίσσυ Δουτσίου | Τα Ποιητικά τεύχος 20

Το ποίημα "Ένα Υπέροχο Πρωινό " από την ποιητική συλλογή 
"Προσβολή Δημοσίας Αιδούς" εκδόσεις κενότητα δημοσιεύτηκε στο 
Τριμηνιαίο Περιοδικό Ποίησης από τις Εκδόσεις Γκοβόστη  
Τα Ποιητικά στο τεύχος 20























 

  

Ένα υπέροχο πρωινό

Ένα υπέροχο πρωινό
που η αγαπημένη σου
αδειάζει όλους τους φόβους της επάνω σου.
Ένα υπέροχο πρωινό
που η αγαπημένη σου
έχει συνεχώς κλειστά τα μάτια της
και αλλάζει, αλλάζει συνεχώς η φωνή της, 
αλλάζει, αλλάζει το χρώμα των ματιών της, 
μεταφορτώνεται σε εκείνο το υπέροχο τέρας
που καταβροχθίζει
τις ηλιαχτίδες του ήλιου,
που καταβροχθίζει
τα παθιασμένα γλωσσόφιλα.

Δεν έχει μείνει τίποτα από την αγαπημένη σου...
Μόνο ένα τέρας,
ένα τέρας που βαριανασαίνει,
ένας αναστεναγμός και ένα ουρλιαχτό
που γεμίζουν το δωμάτιο
και σε εξαφανίζουν.
Χαθήκαν τα συναισθήματα που υπερβαίνουν
την έκσταση και την αγάπη
τη θέση τους πήραν ουρλιαχτά
μέσα στα πιο σκοτεινά δωμάτια.
Eϊ… είμαι ακόμη εδώ…
ας έχουν ασπρίσει οι άκρες των χεριών μου
ας έχω χτίσει την βουκολική σπηλιά μου
μέσα στο σπίτι μας
είμαι ακόμη εδώ… εδώ…
Μερικές φορές η αγάπη δεν είναι αρκετή

Μερικές φορές τίποτα δεν είναι αρκετό.

Το τεύχος, συν τοις άλλοις, περιλαμβάνει τα κάτωθι:

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ ΑΡΘΡΟ
Νόρα και Μανόλης Αναγνωστάκης
Μία επιστολή και μία κάρτα από το αρχείο Γιώργου Σεφέρη
Μαρτυρίες για την πρόσληψη της συλλογής
Τρία Κρυφά Ποιήματα (1966)
Φιλολογική επιμέλεια, παρουσίαση: Βασιλική Κοντογιάννη

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
William Rowe
Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς

W. H. Auden: Musee des Beaux Arts
Μετάφραση: Γιώργος Αλισάνογλου

CHARLES BAUDELAIRE: Τέσσερα Ποιήματα
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Σύγχρονη τουρκική ποίηση: Μεσούτ Σενόλ
Μετάφραση: Χρύσα Σπυροπούλου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
Συζήτηση με την Τιτίκα Δημητρούλια

ΑΠΟΨΕΙΣ
Καβαφικά
Γιώργος Νίκας

– Διαβάστε περισσότερα στο:

25.5.16

Φτηνό Δωμάτιο Ξενοδοχείου






















Καμία ανάμνηση
Μονάχα μια σφιχτή αίσθηση

Το παρόν σβήνει άτακτα,
δεν ρωτάει κανέναν τίποτα
δεν θυμάται τι ώρα είναι.

Εκείνη θυμάται την χλωμή αδυναμία που είχε το σώμα του -
πρέπει να σωθεί από ένα φόβο που προσπαθεί να την πνίξει.

Ένα παρόν που γεννιέται
τελικά
μόνο στο σώμα του.

Ένας άνδρας
Ευκίνητα χείλη
Ξανθά μαλλιά
Κόκκινο στρας
Γυμνό σώμα
Φτηνό δωμάτιο
Και μια μικρή χαλασμένη τηλεόραση
Μια άρρωστη φροντίδα

Το καλοκαίρι τελειώνει
έχει βρέξει αυτές τις μέρες πολλές φορές
πώς να αντέξει το κρύο που θα τυλίξει
όλη την πόλη τους επόμενους μήνες.